Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2014

Μετά παρρησίας

«Αυτά στη γλώσσα τη δικιά μου.
Κι άλλοι, άλλα σ’ άλλες»

Το φθινόπωρο του 1983, ένα χρόνο πριν τον θάνατο του, ο Μισέλ Φουκό έκανε έξι μαθήματα στο πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϋ, αφιερωμένα στην αρετή της παρρησίας. Ο Φουκό συναντά τα πρώτα της ίχνη στην Ελλάδα του 5ου π.χ. αιώνα, μια αρετή που χάνεται έπειτα στον χριστιανικό κόσμο. Aναφέρει ότι με τον Σωκράτη η παρρησία υπερβαίνει την απλή πρόθεση του «λέγειν την αλήθεια», διότι αυτός επέλεξε τον θάνατο, στο όνομα όλης της προηγούμενης ζωής του, δείχνοντας επίσης ότι αυτός που ξέρει να λέει την αλήθεια μπροστά στους άλλους, είναι ταυτόχρονα και ένας άνθρωπος που εδραιώνει μια στενή σχέση ανάμεσα σε αυτό που λέει και σε αυτό που ζει. Ο Θανάσης Γιαλκέτσης αναφερόμενος στο γενικό νόημα αυτών των μαθημάτων αναφέρει: «Σε μια απλή λέξη (παρρησία) συγκεντρώνονται μια σειρά από ηθικές και πολιτικές αρετές, στις οποίες θα έπρεπε να αποβλέπουν όλοι οι πολίτες. Όποιος διαθέτει παρρησία αποδεικνύει πράγματι ότι έχει μια ειδική σχέση με την αλήθεια, που στηρίζεται στο θάρρος και στην ειλικρίνεια, μια ορισμένη σχέση με τη ζωή που συνεπάγεται την ευθύνη και τον κίνδυνο, μιαν αυθεντική επικοινωνία με τους άλλους και με τον εαυτό του που περνάει μέσα από την κριτική και την αυτοκριτική, μια ηθική αντίληψη που αναγνωρίζει την αξία της ελευθερίας και το χρέος να λέει την αλήθεια. Γεννιέται έτσι εκείνος ο πολίτης που είναι ελεύθερος γιατί επιλέγει να μιλάει ανοιχτά και ειλικρινά αντί να εξαπατά το συνομιλητή του με διάφορα ρητορικά τεχνάσματα, γιατί επιλέγει την αλήθεια και όχι τη σιωπή ή το ψέμα, τον κίνδυνο της ζωής αντί για την ασφάλεια, την κριτική αντί για την κολακεία, το ηθικό χρέος αντί για το προσωπικό όφελος ή την παθητικότητα και την αδιαφορία».

Μετα παρρησίας λοιπόν…
Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει μονοσήμαντη αλήθεια σε κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα, γεγονός που πρέπει να μας οδηγεί στο να είμαστε ανοιχτοί στο ενδεχόμενο να έχει και ο άλλος δίκιο. Αυτό αποτελεί μια πολύ σημαντική δεξιότητα στην οποία εδράζεται η δημιουργικότητα, η οποία μπορεί να περιγραφεί ως η ικανότητα να εμβαθύνεις στην ουσία ενός πράγματος - κατάστασης και κατόπιν στην ουσία κάποιου άλλου πολύ διαφορετικού και να τα συμπτύξεις για να φτιάξεις ένα εντελώς καινούριο πράγμα – κατάσταση.
Αυτή η αλήθεια τελείως ξένη προς το δογματικό πυρήνα των ιδεολογιών (-ισμων, συμπεριλαμβανομένων και των μονοθεϊστικών θρησκειών), οδήγησε στην επικράτηση μιας νοοτροπίας αποξενωμένης από το πνεύμα του υγιούς σκεπτικισμού (συν-ζήτηση δια-λόγου). Δημιούργησε δηλαδή ανθρώπους πεπεισμένους ότι η δική τους αλήθεια είναι η μοναδική και την οποία διαχρονικά, πολλές φορές κληθήκαν να υπηρετήσουν ασκώντας βία κατά αλλήλων, γεγονός που εξελίχθηκε μέχρι και την φυσική εξόντωση, εκατοντάδων χιλιάδων στην ανθρώπινη διαχρονικότητα.
Η οικειοποίηση του «ανθρωπισμού» από συχνά αντίρροπες ιδεολογίες, τον οδήγησε να μετεξελιχθεί σε ένα μάλλον θολό και ρευστό στόχο, αν αναρωτηθούμε τι σχέση έχει αυτός σήμερα με την αξία και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Ο εκπίπτων ανθρωπισμός του σήμερα, δεν θέτει πλέον τον άνθρωπο στο επίκεντρο της μέριμνας του και δεν αποδέχεται την βαριά ευθύνη που συνδέει τον έναν με τους άλλους ανθρώπους. Άφησαν δε να εδραιωθεί η πεποίθηση ότι ο ανθρωπισμός, αποτελεί εκ γενετής γνώρισμα του ανθρώπου, το οποίο ως εκ τούτου δεν χρειάζεται να κατακτηθεί. Αν συνέβαινε αυτό με την επικράτηση της σύγχρονης ατομικότητας, δεν θα εξέπιπταν οι ανιδιοτελείς ενέργειες που συγκροτούν το κοινωνικό κεφάλαιο, για να αναδειχθεί ως κεντρική κοινωνική αξία το χρήμα και δομικό της χαρακτηριστικό η διαφθορά, γενικώς κατακριτέα υποκριτικώς, η οποία οδηγεί και σε απάνθρωπες καταστάσεις. Αν συνέβαινε αυτό το ιστορικό δημιούργημα της δυτικής οικονομίας, ο πολυμήχανος επιχειρηματίας δεν θα μετεξελισσόταν σε κερδοσκόπο που εγκαταλείπει την παραγωγική δραστηριότητα για να επιδοθεί στο χρηματιστηριακό κέρδος. Μια μετεξέλιξη υπόβαθρο κάθε οικονομικής κρίσης, που οδηγεί σε απάνθρωπες καταστάσεις.
Στη χώρα μας ο εκπίπτων ανθρωπισμός οδήγησε σε πολιτισμική έκπτωση, συμπαρασύροντας και τον πολιτικό μας πολιτισμό. Όπως ο πολιτισμός έφτασε να αφορά μόνο τα έργα Τέχνης, παραγνωρίζοντας ότι πολιτισμός είναι η ποιότητα και ο κώδικας αξιών που διέπει τις σχέσεις των πολιτών, έτσι και ο πολιτικός πολιτισμός έφτασε να περιορίζεται στον τρόπο δράσης και τα έργα μόνο των πολιτικών και όχι όλων των πολιτών βασισμένων στο ήθος και την ποιότητα των σχέσεων μεταξύ τους. Ο Αριστοτέλης σχετικά αναφέρει ότι δεν υπάρχει ατομική ηθική και ότι αυτή ταυτίζεται με την πολιτική και αναζητείται, όχι σε ατομικές ηθικές πράξεις αλλά στον τρόπο που οργανώνεται η πολιτεία. Η έκπτωση του πολιτικού πολιτισμού στη χώρα μας (αποθέσμιση της κοινωνίας), οδήγησε σε ένα άκρατο ατομικισμό, που ανέδειξε την ατομική εξασφάλιση ως υπέρτατη αξία και οδήγησε στην υποβάθμιση του πολίτη σε ασήμαντο μέρος μιας μάζας (λαός), εύκολα χειραγωγημένης μέσω του λαϊκισμού.
Ο λαϊκισμός, αριστερός, δεξιός, αριστεροδέξιος, εθνολαϊκός στηρίζεται σε αυτή τη μάζα, δίνοντας της χαρακτηριστικά μιας φαντασιακής οντότητας την οποία δομεί και αποδομεί ανάλογα με τις περιστάσεις και τις συγκυρίες, εκθειάζονταν τον πάντα εν όψει εκλογών με το «θα μιλήσει ο λαός».
Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος στο άρθρο του «Λαϊκισμός και ολοκληρωτισμός». (Η Καθημερινή / Iδέες, 9/2/14) αναφέρει σχετικά: «Στη σύγχρονη δημοκρατία αντιπροσωπευτική και όχι άμεση, τον δήμο τον έχει αντικαταστήσει ο «λαός» και τον όρο δημαγωγία ο όρος λαϊκισμός. Έννοια πολύ γενική, αφηρημένη, σε αντίθεση με τον δήμο που ήταν αυστηρά προσδιορισμένος, δίνει περιθώρια σε όσους θέλουν να τον επικαλεστούν, να τον πλάσουν κατά βούληση. Στον λαό απευθύνεται η νεοναζιστική Χρυσή Αυγή, στον λαό απευθύνεται ο ΣΥΡΙΖΑ, εν ονόματι του λαού δολοφονούν οι τρομοκράτες, και φιλολαϊκή πολιτική παλεύουν να πείσουν ότι εφαρμόζουν τα κεντρώα κόμματα εξουσίας. Εδώ λαός, εκεί λαός, που είναι ο λαός;. Ένας κωμικός, ο Λάκης Λαζόπουλος, μιλάει εν ονόματι του λαού από τηλεοράσεως και τον χειροκροτούν και γελούν οι προσκεκλημένοι του, που εξ ορισμού, εμφανίζονται ως λαός και εκφράζουν το λαϊκό αίσθημα».
Τελικό αποτέλεσμα η υποβάθμιση της δημοκρατίας μας γεγονός που καταδεικνύει και το γενικό συμπέρασμα μας δεκαοκτάμηνης έρευνας που διεξήχθη από τον Συνήγορο του Πολίτη το οποίο μεταξύ άλλων αναφέρει: «Στην Ελλάδα έχουμε τυφλή εμπιστοσύνη των ατόμων στο οικογενειακό τους περιβάλλον και αμφισβήτηση και καχυποψία στους θεσμούς. Στην Ευρώπη, αντιθέτως, έχουμε χαλαρή εμπιστοσύνη στο οικογενειακό περιβάλλον και ένα επίπεδο διαβούλευσης και ισχυρή εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Στο εξωτερικό οι θεσμοί έχουν και το κύρος και την ηθική. Αυτό που λέμε νόμιμο και ηθικό υπάρχει έξω. Κάτι που είναι νόμιμο δεν μπορεί να μην έχει στοιχεία ηθικής».
Η υποτονική λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών είναι αυτή που επέτρεψε την διατήρηση προνεωτερικών χαρακτηριστικών στην ελληνική κοινωνία, τα οποία και απέτρεψαν τον εκσυγχρονισμό της. Η επιρροή των οικογενειακών και διαπροσωπικών σχέσεων διατηρήθηκε στην άσκηση της πολιτικής, μεταλλασσόμενη δε μετά την Μεταπολίτευση πήρε την μορφή μιας άκρατης κομματικοποίησης, διότι η κοινωνία μας αναγνώρισε – προσέδωσε – ανέχθηκε και οικογενειακά χαρακτηριστικά πέραν των ιδεολογικών στα πολιτικά κόμματα, δημιουργώντας εν τέλει αυτό που ονομάζουμε πελατειακό κράτος. Αποτέλεσμα να διαμορφωθεί ένα πολιτικό περιβάλλον που διέπεται από μια εθνική κουλτούρα διεκδίκησης αγαθών σε προσωπικό ή συντεχνιακό επίπεδο, γεγονός που υπονόμευσε συστηματικά το καθολικά συμμετοχικό, δηλαδή το χώρο – μήτρα δημιουργίας και άσκησης πολιτών. Δηλαδή το τυπικό δικαίωμα συμμετοχής που έχουν όλοι οι πολίτες σε επίπεδο κοινών αγαθών και δικαιωμάτων, ωφελούντο καταχρηστικά μεμονωμένα άτομα και συντεχνίες αφήνοντας απ’ έξω αυτούς που είχαν την μεγαλύτερη ανάγκη να τα ωφεληθούν. Αναδέχθηκε έτσι μια κοινωνία ανθρώπων που τους συνδέουν κοινές επιδιώξεις αλλά όχι κοινή προσπάθεια, με μόνο κοινό σήμερα, τον φόβο μιας οικονομικής κατάρρευσης.
Και μετά λοιπόν…
Κάθε πολίτης έχει την υποχρέωση να ανοίγεται και πάλι στη ζείδωρη ιλύ των ανθρώπων (του λαού), επειδή αντιλαμβάνεται ότι το να μιλάς για το φαινομενικά ανέφικτο είναι ο μόνος γόνιμος τρόπος για να διατηρήσεις την ελπίδα. Επειδή αντιλαμβάνεται ότι «η ιστορία είναι συνάρτηση της ανθρώπινης ποιότητας (όσο κι αν αυτή η ρεαλιστικότατη πιστοποίηση εκνευρίζει την ιστορικο - υλιστική μυωπία) και η ποιότητα στην εξουσία είναι συνάρτηση της κατά κεφαλής καλλιέργειας σε μια κοινωνία, συνάρτηση της επίγνωσης ότι η δημοκρατία είναι άθλημα όχι συνταγές, στόχος προς κατάκτηση όχι σύμβαση κατεργάρηδων». (Χρήστος Γιανναράς).

Επίλογος
Με την μορφή αινίγματος.
Σε ποια χώρα οι πολιτικοί της, αλληλοπαθώς χωρίζονται σε πατριώτες και προδότες εν δυνάμει αργυρώνητοι. Παρουσιάζονται δε ως διφυείς (όχι ιδιοφυείς), επισημαίνοντας σε κάθε ευκαιρία ότι θα πράξουν ως πολιτικοί και ως άνθρωποι και δίγλωσσοι διότι άλλα λένε στο εσωτερικό της χώρας και άλλα στο εξωτερικό για τη χώρα. «Καθ’ εκάστην» δε ζητούν να μιλήσει ο λαός της τον όποιο θεωρούν ομοιοπαθής τους, δηλαδή εν δυνάμει ασυνείδητο, διότι του ζητούν ψήφο κατασυνειδηση ;
Εάν θέλουμε πραγματικά να αλλάξει κάτι σε αυτή τη χώρα, επιτέλους πρέπει μετά παρρησίας να παραδεχθούμε, ότι για να δούμε τα θύματα του πολιτικού μας συστήματος που είναι ταυτόχρονα και συνεργοί του, πρέπει να κοιταχτούμε στον καθρέφτη.

Seedrinker

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.