1ος ΛΟΓΟΣ
Τα τζιτζίκια
Μερικά
πράγματα δεν έχουν τιμή, έχουν αξία
Το τερέτισμα, το τραγούδι, ποιητική
αδεία, του τζιτζικιού, ο ήχος του καλοκαιρινού φωτός.
Μάνας νανούρισμα που ξαγρυπνάει, για
να ξαποστά τα μεσημέρια οτυ καλοκαιριού, αυτός που ονειρεύεται τη μάνα του τη
φύση. Αποκάλυψη αλήθειας ότι προκειμένου να κοιμηθεί ο άνθρωπος πρέπει κάποιος
να ξαγρυπνάει για χάρη του. Ακόμη και τη λύπη του να φορτωθεί για να κοιμηθεί ο
λυπημένος
Το μοιρολόι της μεσημεριανής
σιέστας. Γιατί γι’ αυτήν ο μεσογειακός άνθρωπος αρχισε να ντρέπεται χτυπημένος
από την παράνοια του μοντέρνου μεγαλείου.
Η ηχορύπανση της μεσημεριανής
ησυχίας για τους αποστειρωμένους από καθετί φυσικό, καλοκαιρινούς κατακτητές της φύσης.
Οργισμένη φωνή θεού, που αφυπνά τη
συνείδηση και τρομάζει, όπως τρόμαξε το 1977 και τους υψηλούς προσκεκλημένους
του προέδρου της Φίατ, Ανιέλι, στους Παξούς. Τόσο πολύ που ο Ανιέλι έβαλε,
έναντι αμοιβής, τα παιδιά να μαζέψουν τα τζιτζίκια και τους υπηρέτες του να τα
πετάξουν στα σκουπίδια.
2ος ΛΟΓΟΣ
Η χώρα του ‘εκτός δικτύου’
Ο τύραννος είναι μέσα μας
Off line
land : Εκεί όπου, στο φορητό υπολογιστή,
το κινητό, και τα άλλα μέσα διασύνδεσης του σημερινού ανθρώπου θα εμφανιστεί η
ένδειξη απειλή εκτός δικτύου.
Εκεί όπου οι μοναδικοί ιστοί, είναι εκείνοι που υφαίνουν οι αράχνες και το μόνο δίκτυ(ο)
είναι αυτό των ψαράδων.
Εκεί όπου οι ήχοι αφύπνισης τα χαράματα, είναι αυτοί των κοκοριών.
Εκεί όπου το σύστημα πλοήγησης παραπέμπει
στο αλάνθαστο ένστικτο του γερακιού όταν υπολογίζει την απόσταση που το χωρίζει
από το επόμενο γεύμα του.
Εκεί όπου η συνδεσιμότητα υπάρχει μόνο στη
διατροφική αλυσίδα, που υποστηρίζει τη διαιώνιση ενός εκπληκτικού
οικοσυστήματος.
Εκεί όπου ο δικτυωμένος άνθρωπος όταν βρεθεί, γρήγορα ξαναβρίσκει τη χαμένη ευαισθησία
του στην ακοή και την όσφρηση, την οξύτητα στην όραση, τη χαμένη φυσικότητα
του. Υπενθύμιση ότι έτσι κι αλλιώς είναι εγκλωβισμένος σ’ ένα αρχέγονο δίκτυο,
αυτό της Δαρβινικής εξέλιξης.
3ος ΛΟΓΟΣ
Στις ακρο-αμμουδιές
Μεταξύ του ταξιδιώτη εξερευνητή και του σημερινού τουρίστα έχουν
μεσολαβήσει
ο ιεραπόστολος, ο έμπορας και
ένας στρατός.
Αυτό που κατ’ εξοχήν χαρακτηρίζει τις
τελευταίες 3-4 δεκαετίες είναι η μεγάλη διάδοση σε όλα τα κοινωνικά στρώματα
του φαινομένου που περιγράφεται με τον όρο «τουρισμός».
Ο όρος «τουρισμός» πλάστηκε από τον Γάλλο
συγγραφέα Σταντάλ (1783-1842) για να ορίσει τον περιφερόμενο ταξιδιώτη, τον
περιηγητή στην δικιά μας γλώσσα. Δηλαδή του ταξιδιώτη που μετακινείται για να
δει και να πλουτίσει από περιπέτειες και συγκινήσεις, κατ’ εξοχήν συνδεδεμένο
με τον τόπο προορισμού του. Αυτό το είδος ταξιδιώτη, περιηγητή, τουρίστα
φαίνεται ότι σήμερα τελεί υπό εξαφάνιση.
Τη θέση του καταλαμβάνει ένα νέο είδος
«τουρίστα παραθεριστή» το οποίο αυξάνεται και πληθύνεται και κυριεύει τη γη.
Λεφούσια αυτού του είδους ξεκινούν από τις αναπτυγμένες χώρες, χωρίς να
ξεχνούμε και τον εσωτερικό τουρισμό, για να φτάσουν σε δήθεν απάτητα και
πρωτόγνωρα μέρη. Κλείνονται σε «τουριστικά γκέτο» φτιαγμένα αποκλειστικά γι’
αυτούς, αποστασιοποιημένοι τελείως από τον υπόλοιπο χώρο και το κοινωνικό
γίγνεσθαι του τόπου φιλοξενίας τους.
Τελικά το ενδόμυχο ζητούμενο του δεν είναι
να πάει κάπου, αλλά συνεχώς να αποδρά από κάπου.
Συνηθέστερος προορισμός τους οι
ακρο-αμμουδιές. Ορδές από αυτούς χύνονται πάνω στην άμμο, γυμνώνονται,
μαυρίζουν και βλέπουν τον εαυτό τους δυστυχώς να είναι όμοιος με οποιουδήποτε
άλλου. Η αίγλη της ακρο-αμμουδιάς τελικά τους αποξενώνει από τη θάλασσα. Όλο
και περισσότεροι κοιτάζουν τη θάλασσα αλλά όταν τους δίνεται η δυνατότητα
κολυμπούν στις πισίνες. Στις καλύτερες δε περιπτώσεις η οικειότητα τους με τη
θάλασσα περιορίζεται σε μερικές απλοτές έτσι για να δροσίσουν τα αριστουργήματα
τους, τα κορμιά τους μετά τα «beach games». Αυτή η κατάσταση τείνει να παγιωθεί
σε όλες πλέον τις ακρο-αμμουδιές έτσι ώστε οι ελάχιστοι κολυμβητές, να
αντιμετωπίζονται ως περίεργα όντα.
Παραθερίζουν δε ταυτόχρονα επιβεβαιώνοντας
την ανασφάλεια τους και την αδυναμία τους να δημιουργήσουν γεγονότα
παραμένοντας πάντα καταναλωτές γεννήματα της «κοινωνίας της αγοράς».
Παραθερίζουν ταυτόχρονα καταδυναστευμένοι
από το «άγχος για ευτυχία». Μιας ευτυχίας που αντάλλαξε τον πυρετό της αληθινής
ζωής με το κοινωνικό status.
Παραθερίζουν ταυτόχρονα και γίνονται
ασύνειδα το άλλοθι της τουριστικής βιομηχανίας για να καταστρέψει και τις
τελευταίες φυσικές ομορφιές.
Παραθερίζουν ταυτόχρονα «τραβώντας» χιλιάδες
φωτογραφίες, χιλιάδες ώρες βιντεοσκόπησης συσσωρεύοντας εικόνες για ένα
εγκέφαλο που κατάντησε ένα τεράστιο μάτι. Ένας εγκέφαλος που έμαθε να τρέφεται
αποκλειστικά από την εικόνα.
Έτσι καταλήξαμε πλέον να μην μιλάμε
για τον άνθρωπο που περιστασιακά γίνεται τουρίστας, αλλά για τον άνθρωπο
τουρίστα (της ζωής) που τείνει να καθιερωθεί ως η μόνη εκδοχή του.
«Δεν
έκανα ταξίδια μακρινά, ταξίδεψε η καρδιά κι αυτό μου φτάνει…Το πιο γλυκό ταξίδι
μου εσύ, η νύχτα εσύ, το όνειρο της μέρας…» τραγουδά ο Χρ. Θηβαίος και η
ελπίδα ξαναζωντανεύει στις ακρο-θαλασσιές.
Σημείωση: ΑΔΕΙΑ: Η μήτηρ του τουρισμού. Χθες, σήμερα, αύριο είναι
«μεγάλες μέρες» για το μεγαλύτερο μέρος των Ελλήνων εργαζόμενων-μισθωτών.
Αρχίζει η καλοκαιρινή άδεια. Την άδεια (παροχή δικαιώματος από αρμόδια αρχή,
ειδικότερα το δικαίωμα και ο χρόνος αποχής από εργασία) θέσπισε για πρώτη φορά
στην ιστορία του κόσμου, η κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου στη Γαλλία, το 1936, με
πρωθυπουργό τον Λεόν Μπλούμ. Το Λαϊκό Μέτωπο είχαν συμπτύξει τα γαλλικά κόμματα
των σοσιαλιστών, των κομμουνιστών και των ριζοσπαστών.
Καλό καλοκαίρι
Seedrinker