5 στρέμματα γκαζόν είναι μονότονο.
Ρίξε μέσα μία μπάλα και άλλαξε το…
Από τις 11 Ιουνίου και για ένα μήνα, ο πλανήτης μας, μετονομάζεται σε πλανήτη Μπάλα, λόγω της τελικής φάσης της διοργάνωσης του παγκοσμίου κυπέλλου, με συμμετοχή 32 χωρών, στη Νότια Αφρική.
Το ποδόσφαιρο είναι το πιο οικουμενικό αθλητικό και τηλεοπτικό γεγονός. Ο μεγάλος δοκιμιογράφος Ν. Ελίας το χαρακτήρισε « το απόλυτο κοινωνικό γεγονός». Έχει επικρατήσει ως ένα είδος οικουμενικής γλώσσας, με την οποία επικοινωνούν και μοιράζονται συγκινήσεις δισεκατομμύρια άνθρωποι. Έχει μετατραπεί σε πλανητικό θέαμα το οποίο σκηνοθετούν πελώρια οικονομικά και άλλα συμφέροντα.
Όμως δεν πρέπει να μας ξεγελά η τρέλα, η ανεμελιά και το «χαβαλέ» που το ακολουθεί. Έτσι στήνεται ένα εκπληκτικό παραβάν, το οποίο κρύβει κάθε άλλο γεγονός προς μεγάλη ανακούφιση του κατεστημένου. Αυτό χωρίς αμφιβολία, υπολογίζει στην υπνωτική δράση αυτής της συλλογικής ψυχαγωγίας, ώστε να ξεχαστούν τρικυμιώδεις υποθέσεις που ταλανίζουν τον κόσμο μας.
Αυτό το παραβάν δεν μας αφήνει να δούμε, ότι αυτό το παγκόσμιο κύπελλο διοργανώνεται σε μία ήπειρο, σύμβολο των αδιεξόδων ενός κυνικού τρόπου παγκόσμιας ανάπτυξης, του καπιταλιστικού. Διότι εκεί στην Αφρική ο αγώνας για την επιβίωση είναι σε πρώτο πλάνο. Διότι κάποιοι άλλοι, πολύ μακριά από εκεί, έχουν αποφασίσει πως οι αφρικανοί δεν έχουν τα ίδια δικαιώματα με τους προνομιούχους του δυτικού κόσμου. Διότι στην Αφρική υπάρχει πάντοτε πόλεμος, πολλά όπλα, χωρίς να υπάρχει ούτε μία βιομηχανία όπλων. Έχουν πετρέλαιο, ορυκτό πλούτο και διαμάντια, αλλά οι άνθρωποι της πεινούν.
Μία σημειολογική προσέγγιση του ποδοσφαίρου θα μπορούσε να επιβεβαιώσει την αδικία που επικρατεί στην παγκοσμιοποιημένη αγορά. Αναφερόμενοι στην «αγορά ποδοσφαιριστών», διαπιστώνουμε ότι τα πλούτη βρίσκονται στο Νότο αλλά καταναλώνονται στο Βορρά, γιατί μόνο αυτός έχει την δυνατότητα να τα αγοράσει.
Θα μπορούσε να επιβεβαιώσει επίσης, την σημερινή πορεία της οικονομικής ζωής, η οποία είναι μία συνεχής προσπάθεια των ανθρώπων να δημιουργήσουν ομάδες συμφερόντων, συνοδοιπόρων και συνεταίρων, με σκοπό να εξυπηρετήσουν τελικά ιδιωτικές επιδιώξεις. Αναφερόμενοι στο ποδοσφαιρικό αγώνα διαπιστώνουμε ότι η προσπάθεια είναι συνεχής. Η παραμικρή χαλάρωση μπορεί να στοιχίσει ένα πρωτάθλημα, μία προνομιούχο θέση ή μία κατηγορία. Ο διαιτητής λειτουργεί σαν τις κυβερνήσεις. Τον πιέζουν τα οργανωμένα συμφέροντα της κερκίδας, αλλά και εξωθεσμικά κέντρα εξουσίας. Το ελληνικό ποδόσφαιρο, ακριβώς όπως και η ελληνική οικονομία, θυμίζει μονοπωλιακή αγορά. Οι ποδοσφαιριστές του δε, όπως και τα ελληνικά προϊόντα, δεν είναι ιδιαίτερα ανταγωνιστικοί στις διεθνείς αγορές.
Θα μπορούσε να επιβεβαιώσει ακόμη την έλλειψη δημοκρατικότητας των σημερινών «δημοκρατικών συστημάτων». Αυτά δημιουργούν τις κατάλληλες συνθήκες που πραγματώνουν την αντίληψη, ότι τα οικονομικά μέσα και η αξία δεν κατακτώνται αλλά περισσότερο κληρονομούνται. Αντίθετα ο ποδοσφαιρικός χώρος είναι κατ’ εξοχήν, ο χώρος όπου έχει καταργηθεί το κληρονομικό δίκαιο. Ούτε ο «Θεός» Μαραντόνα ούτε ο «βασιλιάς» Πελέ ούτε κανείς άλλος ποδοσφαιριστής μπόρεσε ή θα μπορέσει να μεταβιβάσει κάτι από την «αξία» του.
Θα μπορούσε τέλος να επιβεβαιώσει και το λόγο που μας κάνει να παθιαζόμαστε με το ποδόσφαιρο. Δεν είναι άλλος από την ασύνειδη συνάντηση μας, με το αρχέγονο αναρχικό εαυτό μας, εκεί που ενδημεί το ένστικτο της ελευθερίας. Στο ποδοσφαιρικό αγώνα ταυτιζόμαστε με την ικανότητα κάποιων ποδοσφαιριστών (π.χ. Μέσι) να σπάνε τα συστήματα, να κατεδαφίζουν τις τακτικές, να φτύνουν τον αντίπαλο προπονητή. Τον προπονητή ηγέτη που πολλές φορές δεν μένει αλώβητος ούτε στα αποδυτήρια της δικιάς του ομάδας (π.χ. ο προπονητής της Γαλλίας στο τρέχων Μουντιάλ από τον Νικολά Ανελκά). Όπως η γραφειοκρατία, που ενώ δεν συμμετέχει στην παραγωγική διαδικασία, με την δράση της ακυρώνει πρωτοβουλίες και δικαιώνει την ανικανότητα, έτσι και ο προπονητής με τα συστήματα του, υπάγει το παιχνίδι στη μηδαμινότητα του συντελεστή που ενώ ποτέ δεν παίζει μπάλα, η κατεστημένη πραγματικότητα εκθειάζει.
Η α-λήθεια ( η μη λήθη) ιστορικά αποδεικνύεται:
Ο αθλητισμός αποτελεί μία σπουδαία πολιτισμική προσπάθεια, να αντιμετωπιστεί η ενυπάρχουσα βία στον άνθρωπο, και να διοχετευτεί σε διαχειρίσιμες μορφές της. Η διαχείριση αυτή όμως γίνεται τόσο προβληματική όσο πιο πολύπλοκη είναι η εξέλιξη των κοινωνικών σχηματισμών.
Στον κλασικό κόσμο (πόλη κράτος, το θέατρο ανθεί) το στάδιο υπήρξε πάντοτε ένας τόπος ανταγωνισμού αλλά και ειρήνης. Από τον καιρό της Ολυμπίας, οι αθλητικοί αγώνες συνεπάγονταν μία εκεχειρία ανάμεσα σε διάφορες ελληνικές πόλεις. Το στάδιο ήταν ένας ιερός τόπος στον οποίο ίσχυαν οι κανόνες του ευγενούς και έντιμου ανταγωνισμού.
Στην ρωμαϊκή εποχή (αυτοκρατορία, το θέατρο υποβαθμίζεται) το στάδιο εξελίχθηκε σε αρένα, ένα τόπο που κυριαρχείται από το θέαμα και την σύγκρουση. Για τον σχεδιασμό της αρένας, όπως και για τα σημερινά ποδοσφαιρικά γήπεδα, προσκαλούνται φημισμένοι αρχιτέκτονες. Η εσωτερική αρχιτεκτονική τους είναι γεμάτη φραγμούς, δίκτυα και διαιρέσεις. Έτσι ανταποκρίνεται στην ανάγκη να διατηρούνται διαχωρισμένες οι κατηγορίες των θεατών, σημερινών οπαδών, μεταξύ τους αλλά και από τους ηγετικούς παράγοντες της καθεστηκυίας κατάστασης. Μία οιονεί αναπαραγωγή των διαχωρισμών που υπάρχουν στις κοινωνίες.
Το κοινό που βρίσκεται στην αρένα συμμετέχοντας σ’ ένα αγώνα, συμβολικό πόλεμο, μέσα από μια μορφή συλλογικής κάθαρσης, εκτονώνεται από τις πραγματικές εντάσεις του. Για πολύ καιρό αυτή η διαδικασία, παρ’ όλο που δεν έλειψαν οι δραματικές στιγμές, διατηρούσε τα ειρηνικά της χαρακτηριστικά και την αποτελεσματικότητα στην διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης.
Αυτό συνέβαινε και με το ποδόσφαιρο ακόμη και όταν πήρε την μορφή μιας εγκόσμιας θρησκείας, μιας «θρησκείας» η οποία ακόμη και χωρίς το στοιχείο της υπέρβασης των θρησκειών, δημιουργούσε μία συλλογική ιεροτελεστία που απάλυνε τις κανονικές συγκρούσεις. Ο αιρετικός Πιέρ Παζολίνι από το 1971 ανέφερε σχετικά «Το ποδόσφαιρο είναι η τελευταία ιερή παράσταση του καιρού μας. Κατά βάθος πρόκειται για ιεροτελεστία, αν και είναι μία απόδραση. Ενώ άλλες ιερές παραστάσεις βρίσκονται σε παρακμή, ακόμα και η Θεία Λειτουργία, το ποδόσφαιρο είναι η μοναδική που μας έχει απομείνει. Είναι το θέαμα που αντικατέστησε το θέατρο».
Από την αποτελεσματικότητα του ποδοσφαίρου στην επίτευξη αυτής της «κοινωνικής ειρήνης», είναι που πήγαζε μία ορισμένη μαρξιστική κριτική, η οποία στο παρελθόν επέκρινε το ποδόσφαιρο, επειδή ως νέο όπιο του λαού, μετά την θρησκεία, ανέκοπτε τις κοινωνικές συγκρούσεις.
Όπως όμως οι θρησκείες έτσι και το ποδόσφαιρο στην εξέλιξη του στο σπουδαιότερο παγκόσμιο γεγονός, γέννησε συγκρούσεις ικανές να εκφυλιστούν σε συμβολικούς πολέμους μεταξύ κρατών αλλά και σε αληθινούς πολέμους. «Μπορεί να μας νίκησαν στο εθνικό μας παιχνίδι, αλλά εμείς τους έχουμε νικήσει δύο φορές σ’ αυτόν τον αιώνα στο δικό τους εθνικό παιχνίδι», δήλωσε η βρετανή πρωθυπουργός Μάργκαρετ Θάτσερ το 1984 μετά τον αγώνα Αγγλία-Γερμανία 1-2, υπαινισσόμενη τους δύο παγκόσμιους πολέμους στους οποίους ηττήθηκαν οι Γερμανοί.
Εντός των γηπέδων λοιπόν ποτέ δεν έλλειψε μία μορφή συμβολικής βίας. Βία στο εσωτερικό του παιχνιδιού και λεκτική βία μεταξύ των διάφορων οπαδών. Σήμερα όμως η συμβολική αυτή βία, συνεπικουρούμενη από την αδυναμία της κοινωνίας να κοινωνικοποιήσει τα μέλη της, μετεξελίχθηκε σε μία ιδιαίτερη μορφή βίας, την ποδοσφαιρική. Το χαρακτηριστικό της είναι ότι στερείται συγκεκριμένων κοινωνικών ή πολιτικών νοημάτων. Ξεσπάει σχεδόν αποκλειστικά στους οπαδούς των άλλων ομάδων, τους άμεσα εμπλεκόμενους ποδοσφαιριστές και παράγοντες, και τις κρατικές δυνάμεις καταστολής της. Πολλές φορές δε, δεν αφήνει τίποτα όρθιο στο πέρασμα της.
Η ποδοσφαιρική βία πυροδοτείται και από την επικράτηση του ατομικισμού, μία από τις επιπτώσεις της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας της αγοράς, ο οποίος ενισχύει τους δεσμούς των οπαδών με τις ομάδες. Και αυτό γιατί τους δίνεται η ψευδαίσθηση της κοινής υπαγωγής, έστω και παροδικής, σε ένα σύνολο για την επιδίωξη κοινών στόχων. Γεγονός που μετατρέπει τον πολίτη-άτομο σε οπαδό-μάζα. Η μάζα όμως, αποτελείται από άτομα που συγχωνεύονται σε μία ενιαία οντότητα σκέψης και συναισθήματος. Και ενώ το άτομο που χαρακτηρίζεται από την κριτική ικανότητα, την συνείδηση και την λογική, μπορεί να σκεφτεί και να αξιολογήσει τις καταστάσεις και την θέση του μέσα σ’ αυτές, στη μάζα όλα τα άτομα εξισώνονται προς τα κάτω, στη χειρότερη δυνατότητα εκδοχής τους, σύμφωνα με τον εθνολόγο, ψυχολόγο Γκυστάβ Λε Μπον.
Πρωταγωνιστές αυτής της βίας, οι χούλιγκαν, οι οποίοι έχουν γίνει πλέον αναπόσπαστο μέρος του ποδοσφαιρικού θεάματος, υποκινούμενοι συστηματικά από ηγετικούς ποδοσφαιρικούς παράγοντες. Ενός βιαίου θεάματος, τις εικόνες του οποίου διαχέει η τηλεόραση, σε μια κοινωνία η οποία κυριαρχείται από τις εικόνες.
Παρ’ όλα αυτά την απίστευτη δημοτικότητα του ποδοσφαίρου πρέπει να την αποδώσουμε στην έμφυτη ανθρώπινη επιθυμία για τελειότητα (η εντελέχεια κατά των Αριστοτέλη). Στη συγκεκριμένη περίπτωση για νομιμότητα, ισότητα και ελευθερία. Ο βραζιλιάνος ανθρωπολόγος Ρομπέρτο ντα Μάτα αναφέρει σχετικά «Το κοινό θεωρεί το ποδόσφαιρο ένα είδος πρότυπο κοινωνίας. Μίας κοινωνίας που διέπεται, από σαφείς, και απλούς νόμους, που ο καθένας κατανοεί και παρατηρεί, και οι οποίοι αν παραβιαστούν θα σημάνουν την άμεση τιμωρία των ενόχων».
Seedrinker
e-mail:seedrinker@gmail.com
Υ.Γ. «Κοιτάγαμε, με ένα φίλο τους έξαλλους φιλάθλους που πηγαίνουνε στο γήπεδο εκατοντάδες. Όλοι έμοιαζαν μεταξύ τους «επαναστατημένοι». Μου είπε – φαντάσου όλα αυτά τα παιδιά να πηγαίνανε στο θέατρο, σε μία έκθεση ζωγραφικής. Πόσο θα τρέμανε οι κυβερνήσεις. Ενώ τώρα χαίρονται για το μηδέν τους. Κάνουνε την δουλειά τους. Δηλαδή τίποτα («Τα κοκόρια της οδού Αισχύλου» του Γιώργου Χρόνα. Εκδόσεις οδός Πανός).
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.