Το
βάρος της γνώσης
Με την ταινία «Ο Υπέροχος Γκάτσμπυ» του Μπάζ Λούρμαν, κινηματογραφική μεταφορά του
κλασικού ομώνυμου μυθιστορήματος του Φράνσις Σκοτ Φιτζεραλντ, «άνοιξε» το φετεινό 66ο
Φεστιβάλ των Καννών.
Ο ήρωας της ταινίας ζει και πεθαίνει
ερωτευμένος με την ίδια γυναίκα, και παρ’ ότι πλούσιος, όχι ερωτευμένος με το
χρήμα. Είναι το ερωτικό συναίσθημα, η σπίθα της δημιουργίας του. Είναι η
κρίσιμη εποχή των αρχών του προηγούμενου αιώνα, τότε που το χρήμα από μέσον για
την απόκτηση αγαθών γίνεται ο στόχος κάθε ανθρώπινης επιδίωξης. Ο στόχος που
επικυριαρχούσε των πάντων στα επόμενα χρόνια. Είναι η εποχή που το χρήμα ως
αυτοσκοπός αρχίζει να εξοβελίζει γενικευμένα, οποιοδήποτε ηθικό κίνητρο στην
διαδικασία για την απόκτηση του. Ο σκηνοθέτης της ταινίας Μπαζ Λουρμαν σε
συνέντευξη του στον Γιάννη Ζουμπουλάκη αναφέρει σχετικά «Στις αρχές της δεκαετίας του 1920 είχε γίνει τρομοκρατική επίθεση στη
Γουολ Στριτ από αναρχικούς και κουμουνιστές. Την επόμενη της επίθεσης το
χρηματιστήριο έπεσε κατακόρυφα. Μετοχές άρχισαν να πωλούνται σε ανθρώπους που
δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να πληρώσουν άμεσα. Τότε ήταν η εποχή που
δημιουργήθηκε το μότο: αγόρασε τώρα πλήρωσε αργότερα. Μια ηθική ελαστικότητα».
Η εξέλιξη γνωστή. Ο «δοσάς» των
δεκαετιών του ΄60 & ΄70 έδωσε την θέση του στις άφθονες πιστωτικές κάρτες
για την μικρομεσαία τάξη, την πρώτη δεκαετία του αιώνα μας και το εργαλείο της
«μόχλευσης» στους κερδοσκόπους.
Το πρώτο σήμα κινδύνου για τις
καταστροφικές συνέπειες της αντίληψης, ότι το χρήμα αποτελεί αυτοσκοπό, ήταν η
οικονομική κρίση του 1927 που έπληξε κυρίως τις ΗΠΑ, την χώρα μήτρα της. Η
αντίληψη αυτή εξήχθη στη συνέχεια επιτυχώς σε όλο τον κόσμο, μετονομασθήσα σε «αμερικάνικο όνειρο». Η Νέμεσις σε αυτή
την Ύβρη του αναπτυγμένου κόσμου,
παρουσιάζεται στις μέρες μας με την μορφή της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, η
οποία και πάλι ξεκίνησε από τις ΗΠΑ. Στην Ευρώπη αφού κτύπησε αρχικά την
Ισλανδία, έκανε ένα άλμα προς το νότο, κτυπώντας Ιρλανδία, Πορτογαλία, Ελλάδα
και λιγότερο Ισπανία και Ιταλία για να καταλήξει στο πιο νότιο μέρος της, την
Κύπρο. Στην Κύπρο και λόγο του μικρού μεγέθους της οικονομία της εμφανίστηκε
ξεκάθαρα, ότι το πραγματικό πρόβλημα της παγκόσμιας οικονομίας, ήταν το ανήθικο
μοντέλο ενός ακραίου νεοφιλελευθερισμού που ακολουθήθηκε «Το μοντέλο του νυχτοφύλακα κεφαλαίων που προέρχονται από την άγρια
εκμετάλλευση του ανθρώπου, από την πιο απεχθή βαρβαρότητα που βομβαρδίζει με
ανείπωτη δυστυχία τις γειτονιές του πλανήτη» γράφει σχετικά ο Κώστας Καλλίτσης
και συμπληρώνει «Το «όχι» του Κυπριακού πολιτικού κατεστημένου δεν αναφέρονταν
στο μοντέλο. Αντιθέτως, άλλωστε, αυτό το μοντέλο υπηρετούν. Γι αυτό δεν
αισθάνθηκα την παραμικρή συγκίνηση στο άκουσμα του».
Στη χώρα μας, η επικυριαρχία του
χρήματος καθυστέρησε να επικρατήσει και μπορούμε να πούμε ότι άρχισε σιγά –
σιγά να κάνει την εμφάνιση της από τη δεκαετία του 50, με την διαδικασία
αστικοποίησης της. Ήταν τότε που ξεκίνησε ένας έντονος συναγωνισμός ανάμεσα
στην Αθήνα και τις επαρχιακές πόλεις. Ήταν τότε που σε κάθε κωμόπολη υπήρχε ένα
κατάστημα που ονομάζονταν «Αθηναϊκή αγορά».
Ήταν τότε που από την Αθήνα ξεκίνησε και εξελίχθηκε η φοβερή αλλαγή, η μετάβαση
δηλαδή από την μονοκατοικία στην πολυκατοικία. Αναφέρομαι για να περιγράψω αυτή
την αλλαγή στη διαμόρφωση του χώρου και την αρχιτεκτονική πράξη διότι αυτή δεν
αναφέρεται μόνο στην μορφοποίηση ενός ατομικού οικοδομικού έργου αλλά και του
δημόσιου χώρου, του υπαίθριου χώρου αλλά και του μεγέθους των πόλεων. Είναι
επίσης πράξη εξόχως πολιτική, καθ’ όσον όχι μόνο εκφράζει οριζοντίως και
καθέτως τις κοινωνικές εξελίξεις αλλά και τις προαναγγέλλει.
Ο κτισμένος και άκτιστος χώρος1 όπως διαμορφώθηκε
διαχρονικά στη χώρα μας, ιδιαίτερα μεταπολεμικά, είναι ένα τριτοκοσμικό
διαβατήριο αθλιότητας που προανήγγειλε και εξιστορεί τον εκφυλισμό και
εκχυδαϊσμό της κοινωνίας μας με τα γνωστά επακόλουθα. Προανήγγειλε και τα
τεκταινόμενα της περιόδου 1981 – 2009 οπου οι εργασιακές ομάδες που
συναποτελούσαν τον απίστευτα διευρυμένο δημόσιο τομέα2και ο κρατικοδίαιτος ιδιωτικός τομέας ανταγωνίζονταν
μεταξύ τους για τη «νομή του πληθωρισμού».
Δηλαδή την «ανομολόγητη» πολιτική
παραγωγής χρήματος και από την κυβέρνηση, η οποία μαζί με την κατασπατάληση των
πόρων από την Ευρωπαικη Ένωση βοηθούσε την οικονομία να μην πέφτει σε ύφεση, ευνουχίζοντας
την.
Η μεγάλη ευκαιρία, απεμπλοκής από αυτήν
την νοσηρή κατάσταση, χάθηκε το 2001 με την είσοδο μας στην ΟΝΕ (Οικονομική
Νομισματική Ένωση). Ήταν τότε που το χρήμα έπρεπε να παράγεται αποκλειστικά από
την οικονομία και ο έλεγχος των κοινοτικών ενισχύσεων άρχισε να γίνεται
ουσιαστικός. Τα πρώτα δειλά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση είχαν ήδη γίνει από
το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ΄90, λόγω της προσπάθειας «σύγκλισης»
με τα κριτήρια της ΟΝΕ. Χάθηκε γιατί βρέθηκε ένας νέος τρόπος, ο προαναφερθείς
«εσωτερικός ιμπεριαλισμός», ο οποίος
δεν αποτελεί ένα ενιαίο οικοδόμημα υπέρτατης εξουσίας, αλλά πολλαπλές μορφές,
πολλές φορές ανταγωνιστικές μεταξύ τους, καθυπόταξης των άλλων στα συμφέροντα
τους, να επικυριαρχεί συνεπικουρούμενος από μια «αριστερά εν συγχύσει» (Θεόδωρος Αγγελόπουλος). Ο νέος τρόπος ήταν,
το φρέσκο δανεικό χρήμα από το εξωτερικό, με πολύ χαμηλά για την οικονομική μας
ιστορία, επιτόκια. Οι εξελίξεις αυτές είναι που ενδυνάμωσαν στη συνείδηση του
μέσου έλληνα την αντίληψη ότι το χρήμα είναι ένα αγαθό το οποίο σε μεγάλο βαθμό
«πηγάζει» από την κυβέρνηση και όχι
από την εργασία. Ως εκ τούτου, μπορούμε να πούμε, ότι η σκληρή δημοσιονομική
προσαρμογή που γίνεται στη χώρα μας, αποτελεί και την σκληρή και αναγκαία
προσαρμογή του έλληνα σε μια νέα αντίληψη για την παραγωγή του χρήματος.
Η αντίσταση του δρώντος «εσωτερικού ιμπεριαλισμού» αλλά και του
νεοέλληνα «καταφερτζή», σε αυτή την
αντίληψη, για την παραγωγή του χρήματος, είναι ο παράγοντας που μπορεί να εξηγήσει
σε μεγάλο βαθμό την ενίσχυση κάθε αντιμνημονιακού κόμματος στις εκλογές του
2012. Αυτή η αντίσταση, λειτουργώντας ασύνειδα είναι που συντελεί στην συνεχή
δημοσκοπική άνοδο της Χρυσής Αυγής έκτοτε, και αποτελεί τον μεγάλο κίνδυνο,
καθημερινοί, αδύναμοι άνθρωποι να μετατραπούν σε φορείς του ναζιστικού ερέβους.
Αυτή η αντίσταση της ελληνικής κοινωνίας να κάνει αυτά που πρέπει τα τελευταία
τρία χρόνια, αφού πρώτα εξαντλήσει πρώτα όλες τις άλλες πιθανές δυνατότητες,
είναι που «εκτόξευσε τους πολλαπλασιαστές» του Δ.Ν.Τ (Διεθνές
Νομισματικό Ταμείο)3
Έπρεπε λοιπόν να «πιάσουμε πάτο» ως κοινωνία4
και οικονομία για να αντιληφθούμε, έστω και ασύνειδα, ότι η ευζωία
δεν οικοδομείται αποκλειστικά με υλικά αγαθά. Μια έγχρωμη φωτογραφία του Κώστα Μπαλάφα
που απεικονίζει τα Χαυτεία στην Αθήνα τα Χριστούγεννα του 1960, λειτουργεί σαν
ηλεκτροσόκ στους χρήστες του Facebook. Ένα παράδοξο
κλίμα έκπληξης, θαυμασμού και μελαγχολίας απηχούσε στα σχόλια των χρηστών. «Αλλά τι είδαμε σε αυτή τη φωτογραφία που μας
αναστάτωσε τόσο πολύ; Δεν είναι δύσκολο να το πεις: το στιγμιότυπο από τη
Χριστουγεννιάτικη Σταδίου με το χαρούμενο πλήθος να πλημμυρίζει τα πεζοδρόμια,
τα γεμάτα στυλ αυτοκίνητα (θαρρείς βγαλμένα από τις ταινίες του Ντάγκλας Σέρκ)
και τις πληθωρικές φωταψίες των καταστημάτων συνιστά την τέλεια αντίθεση με το
«σήμερα». Ξεχειλίζει τόση χαρά της
ζωής η φωτογραφία του 1960 που είναι σαν να το…κάνει λίγο επίτηδες» έγραψε
σχετικά ο Δημήτρης Ρηγόπουλος στην καθημερινή της 21/12/12. Θα μπορούσαμε να
πούμε ότι η συναισθηματική στράτευση πίσω από αυτή τη φωτογραφία, αποτελεί μια
υποθήκη για το μέλλον, με πολιτικό περιεχόμενο γιατί μπορεί να αποτελέσει έναν
εν δυνάμει πυρήνα αλλαγής. Το πρώτο βήμα για να αντιληφθούμε, ως πανανθρώπινη
κατάρα την πρακτική, ο άνθρωπος να κάνει αυτό που πρέπει για το γενικό καλό
μόνο αφού εξαντλήσει κάθε δυνατότητα να εξυπηρετήσει την ιδιοτέλεια του
λειτουργώντας «εν ιδιωτεία».
Είθε η παρούσα κρίση
εμάς τους Έλληνες, να μας επιτρέψει να αποσυνδεθούμε από τις καταστροφικές
πρακτικές του παρελθόντος και να αντιληφθούμε τις θετικές διαθήκες του
παρελθόντος μας5, ως
χρησμούς μαντείου στραμμένους στο μέλλον.
Επίλογος
Μας κάναν τα
τρία δύο.....
Το παρακρατικό σύστημα εξουσίας ο
λεγόμενος «εσωτερικός ιμπεριαλισμός», που ακύρωνε την κρατική υπόσταση της
χώρας και λυμαίνονταν τον στενό και ευρύτερο δημόσιο τομέα, συνεχίζει ακόμα και
σήμερα σε πολλούς τομείς να κάνει αισθητή την παρουσία του, παρά και την «μνημονιακή» υποχρέωση της χώρας μας να
το αντιμετωπίσει με την αναδιάρθρωση του. Μαζί δε με την φοροκλοπή -
φοροδιαφυγή και την διαφθορά συναποτελούν τα «τρία κακά της μοίρας μας». Αυτά δημιούργησαν την νοσηρή κατάσταση
που μας οδηγούσε σε μια σαθρή, καταναλωτικού προσανατολισμού ανάπτυξη, που
ανατροφοδοτούσε την νοσηρότητα και ευθύνεται τα μέγιστα, στην εποχή της
παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, για την εκτίναξη της ανεργίας στη χώρα μας. Η
επαίσχυντη συμφωνία 4-2-1 των κομμάτων της τρικομματικής κυβέρνησης για την
κάλυψη θέσεων του δημόσιου τομέα, αναδεικνύει την λυσσαλέα αντίσταση του «παλαιού»
στη δημιουργία ενός νέου πολιτικού γίγνεσθαι, απαλλαγμένου από τις πελατειακές
αντιλήψεις του χθες.
Η προσπάθεια εξυγίανσης της ΕΡΤ
ανάδειξε τις σχέσεις στοργής της σημερινής πολιτικής αντίληψης παλαιοκομματικού
τύπου, με το αμαρτωλό μας παρελθόν. Το «διεφθαρμένο
φερέφωνο της κυβέρνησης» αναδείχτηκε «εν
μία νυκτί» σε καθαγιασμένο φορέα αντίστασης μιας «αλλα καρτ» δημοκρατικής αντίληψης η οποία θέλει να επιβάλει τη
στασιμότητα. Οι δύο χιλιάδες απολύσεις στην ΕΡΤ, απείλησαν την κυβερνησιμότητα
της χώρας, σε κρίσιμες στιγμές, όταν εδώ και τρία χρόνια χίλιοι εργαζόμενοι,
κάθε εργάσιμη ημέρα, μένουν άνεργοι στον ιδιωτικό τομέα.
Αυτό που δεν πρέπει να μας διαφύγει για το δημόσιο, είναι
ότι η μόνη λυσιτελής θεραπεία του, θα ήταν ένα γενικευμένο restart. Ένα «μαύρισμα» δηλαδή στις οθόνες του και
επανεκκίνηση. Επειδή αυτό δεν είναι δυνατό, να γίνεται εκεί που είναι εφικτό. Αντιπαρερχόμενοι
την «μεταμοντέρνα» αντίληψη περί
συνταγματικότητας και δημοκρατικότητας, η οποία ενώ επιτρέπει στην
συνδικαλιστική νομεκλατούρα του Δημοσίου, να λειτουργεί ή να κλείνει κατά το
δοκούν τις Δημόσιες Υπηρεσίες για το συντεχνιακό τους συμφέρον, απαγορεύει στην
Κυβέρνηση να κλείσει προβληματικές Δημόσιες Υπηρεσίες για συγκεκριμένο χρονικό
διάστημα με σκοπό την εξυγίανση τους.
Σημειώσεις
1 Για να αναλογιστούμε γενικότερα πως η χώρα μας
διαχειρίστηκε το χώρο αρκεί να εξιστορήσουμε τα του Κτηματολογίου. Όσο και να
φαίνεται απίστευτο, η δημιουργία του Κτηματολογίου φαίνεται ότι επίσημα
ξεκίνησε με το Βασιλικό Διάταγμα του Όθωνα που δημοσιεύτηκε στο Φύλλο Αρ. 70
της εφημερίδας της κυβερνήσεως στις 2/12/1836. Αξίζει να σημειωθεί ότι πριν τον
Όθωνα, ο πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας, ο Ιωάννης Καποδίστριας, εξήγγειλε τη
δημιουργία του Κτηματολογίου, αλλά δεν πρόλαβε να την υλοποιήσει, γιατί
δολοφονήθηκε. Λέγεται ότι το Κτηματολόγιο μπορεί να έπαιξε κάποιο σημαντικό
ρόλο στη δολοφονία του, γιατί οι κοτζαμπάσηδες που λυμαίνονταν τη χώρα δεν
ήθελαν να μπει τάξη στον χώρο αυτό, για να μπορούν να συνεχίσουν τις
καταπατήσεις τους. Την απάντηση στο ερώτημα, γιατί ύστερα από 177 χρόνια δεν
έχουμε καταφέρει να εφαρμόσουμε το Διάταγμα του Όθωνα δίνει ένα κείμενο του Γ.
Α. Κουμάντου που δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» της Κυριακής, στις 20 Μαΐου 1978, με
τίτλο «Κτηματολόγιο» αναφέρει τους λόγους που δεν υπάρχει καμία πίεση για τη δημιουργία του
Κτηματολογίου: «Πέρα όμως από όλες αυτές τις εξηγήσεις, υπάρχει μια άλλη πολύ
πιο βαθειά και πολύ πιο πειστική: υπάρχουν συμφέροντα σοβαρότατα και ανομολόγητα, που θα θίγονταν από την
εισαγωγή του κτηματολογίου στον τόπο μας. Είναι τα συμφέροντα όλων όσοι έχουν,
στο παρελθόν, καταπατήσει ακίνητα, είτε του Δημοσίου είτε ιδιωτών και τα
εκμεταλλεύονται κολυμπώντας στα θολά νερά της ασάφειας και της λησμοσύνης –
νερά βαθιά όπου δύσκολα φτάνει ο όποιος έλεγχος τίτλων». Η τελευταία προσπάθεια
για τη δημιουργία του Κτηματολογίου ξεκίνησε το 1995 (ήταν τότε που ξεκίνησε
και η προσπάθεια ένταξης μας στην ΟΝΕ) με
τη σύσταση της Κτηματολόγιο Α. Ε. η οποία μέχρι το τέλος του 2011 είχε ξοδέψει
971,3 εκατομμύρια ευρώ για να καταγράψει το 17,7% των δικαιωμάτων. Σήμερα
προβλέπεται ότι η ολοκλήρωση της κτηματογράφησης θα γίνει μέχρι το 2020. Το
ευτύχημα είναι ότι το με το θέμα της ταχύτερης ολοκλήρωσης του κτηματολογίου
άρχισε να ασχολείται η Task Force υπό τον κ. Reichenbach. (Σταχυολόγηση από το
άρθρο του Ανδρέα Δρυμιώτη στην Καθημερινή (Οικονομική) της 12/05/2013 με τίτλο
Κτηματολόγιο: από τον Όθωνα μέχρι τον Reichenbach).
2 Εδώ αξίζει υπενθυμίσουμε τι συνέβη το 1983. Ο
τότε «τσάρος» της οικονομίας Γεράσιμος Αρσένης ίδρυσε τον οργανισμό
Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων για να εξυγιάνει και να πουλήσει τις ιδιωτικές
επιχειρήσεις που θα εντάσσονταν σ’ αυτόν. Από τις 67 μεγάλες επιχειρήσεις, τις
λεγόμενες προβληματικές, σχεδόν όλες έκλεισαν, αφού προηγούμενος πρόσθεσαν
αρκετά δισ ευρώ στο δημόσιο χρέος, ένα «τσούρμο» άχρηστων υπαλλήλων στο Δημόσιο
και τεράστια διαφθορά στο κοινωνικό γίγνεσθαι της χώρας. Αυτή ήταν μια από τις
πράξεις της Παπανδρεϊκής τραγωδίας με τίτλο «Ο τρίτος δρόμος προς τον
Σοσιαλισμό»
3 Είναι τελείως αντιπαραγωγικό να χρησιμοποιούμε
ως άλλοθι τους λανθασμένους «πολλαπλασιαστές» και τις άλλες δηλώσεις περί
λάθους του Δ.Ν.Τ. Αυτές αναζητούν ακροατήριο στις εκτός Ευρώπης χώρες μέλη του
Δ.Ν.Τ, για να δικαιολογήσει η διοίκηση του, την αντικαταστατική εμπλοκή του στη
χρηματοδότηση μιας οικονομίας, της ελληνικής, μη βιώσιμης λόγω του τεράστιου
εξωτερικού της χρέους. Όλοι πρέπει να καταλάβουμε επιτέλους, ότι η
χρηματοδότηση της χώρας μας κυρίως μέσω του πρώτου μνημονίου, στηρίχθηκε σε μια
πολιτική αμοιβαίων προσποιήσεων όλων των εμπλεκομένων μερών, διότι αλλιώς θα
είχαμε πτωχεύσει. Είναι όμως παραγωγικό να δώσουμε πρωτεύουσα σημασία στις
προσπάθειες μας για μεταρρυθμίσεις και τον μετασχηματισμό της οικονομίας και
δευτερεύουσα σημασία στο τι λέει το Δ.Ν.Τ, τι γίνεται στη Γερμανία ή στην
Ευρώπη.
4 «Φοβάμαι ότι φταίει το «υλικό». Υπάρχει μια
διεθνής κρίση αλλά υπάρχει και μια ελληνική. Σε αυτή αναφέρομαι. Δεν αποδέχομαι
το χονδροειδές «μαζί τα φάγαμε», αλλά και οι πολιτικές ηγεσίες που ευθύνονται
για την κρίση αντανακλούν τις κοινωνίες που τις ψήφισαν. Για να καταλάβετε το
υλικό, δείτε τη λαϊκή ελληνική μουσική: αυτός ο διαρκής θρήνος, «άτιμη ζωή»,
«ψεύτης ντουνιάς» κ.τ.λ. Η ελληνική κοινωνία έχει διαποτιστεί από αυτή τη
νοοτροπία. Το μουσικό αίσθημα του λαού εκφράζεται με καψούρικα, μεμψίμοιρα
τραγούδια. Η ζωή μου όλη είναι ένα τσιγάρο. Στίχος που σε αποσβολώνει. Έρχονται
κάποιοι φίλοι διανοούμενοι και διαφωνούν, μου λένε για το λαϊκό τραγούδι «μα
αυτές είναι οι αξίες του τόπου». Δεν με ενδιαφέρουν. Τις αξίες εγώ τις αντλώ
από μια ευρύτερη, πανανθρώπινη δεξαμενή. Ακούω Μπαχ και Σούμπερτ. Δεν με συγκινεί το λαϊκό
τραγούδι. Και, με κάποια σουρεαλιστική διάθεση, βλέπω κάποια σχέση ανάμεσα στο
λαϊκό τραγούδι και στο όραμα μιας αργομισθίας στο Δημόσιο…» ( Από συνέντευξη
του μεταφραστή και μελετητή της λογοτεχνίας Άρη Μπερλή στον Ηλία Μαγκλίνη στη Καθημερινή
(Τέχνες και Γράμματα) στις 17/02/2013).
5 Ένα φιλμάκι προβάλλονταν και ξαναπροβάλλονταν σε
όλα τα Μ.Μ.Ε τηλεοπτικά και ιντερνετικά. Το φιλμάκι είχε το τίτλο «Gracias, Grecia,
nuestra, herencias» («Ευχαριστούμε, Ελλάδα, κληρονομιά μας») και είχε
δημιουργηθεί από μαθητές και καθηγητές της Ισπανικής πόλης Μούρθια. Με αυτό τον
τρόπο θέλησαν να ευχαριστήσουν την (αρχαία) Ελλάδα για τις λέξεις, που
εισχώρησαν στη δική τους γλώσσα. Το φιλμάκι έγινε δημοφιλέστατο και επειδή μας
κολάκευσε, επειδή ενίσχυε την πίστη μας ότι και ευλογημένοι από κάποια
μοναδικότητα είμαστε και η πλάση όλη μας οφείλει αιώνια ευγνωμοσύνη, δυνατόν
εκπεφρασμένη σε μονάδες. Το ερώτημα, σε κάθε ανάλογη εκδήλωση ευγνωμοσύνης,
είναι πάντοτε το ίδιο. Μας πείθουν να ξαναδιαβάσουμε το παρελθόν, κάπως
βαθύτερα πια, μήπως και σχεδιάσουμε ένα μετρημένο, δίκαιο, δημοκρατικό και
ανθρωπιστικό μέλλον, ή επιτείνουν τη ναρκισσιστική υπεροψία μας και
νομιμοποιούν τη φυλετική μας μέθη; Αν κρίνουμε και από τον διαδικτυακό διάλογο,
μια ευκαιρία αυτοφενακισμού βρήκαμε πάλι. (Σταχυολόγηση από το άρθρο του
Παντελή Μπουκάλα στην Καθημερινή «Τέχνες και Γράμματα» της 24/02/2013 με τίτλο
«Και πάλι η φενάκη, όχι το μέτρο»).
Seedrinker
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.