"Τα πιο επικίνδυνα ψέματα είναι
αλήθειες ελαφρώς παραποιημένες."
Γκεόργκ Κριστόφ
Λίχτενμπεργκ
Και τώρα τι κάνουμε;
Είπαν οι Θεοί στον Δία, μετά τη νίκη του κατά των Τιτάνων και την επικρατήσασα
στον κόσμο τάξη και αρμονία. Πως θα σωθούν όλα αυτά, να τα μάθουν και οι
άνθρωποι; Γιατί και η πιο μεγάλη δόξα, αν δεν τη μοιράζεσαι πηγαίνει χαμένη.
Του ζήτησαν λοιπόν, να ζευγαρώσει με την θυγατέρα του Ουρανού και της Γαίας, τη
Μνημοσύνη, επί εννέα νύχτες συναπτές. Έτσι γεννήθηκαν οι Εννέα Μούσες. Δόθηκε
από τότε στον άνθρωπο, η ευχή της Μνήμης και η κατάρα της Λήθης.
Η καλλιέργεια της μνήμης
ή της λήθης είναι προφανώς ένα ζήτημα ηθικό, πολιτικό και βέβαια ιστορικό. Όσο
και αν φαίνεται περίεργο, ο λόγος περί μνήμης απέκτησε δυναμική τις τελευταίες
δεκαετίες, ακολουθώντας το πρακτικό και θεωρητικό ενδιαφέρον για τις
«ταυτότητες», διότι η μνήμη θεωρείται ο πυρήνας της ταυτότητας.
Η γραμμική εξέλιξη του χρόνου
ανέδειξε την ιστορία και η ιστορία ανέδειξε τον ιστορικό ως διαμεσολαβητή
ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν. Ένας διαμεσολαβητής ο οποίος όμως δεν ήταν
ούτε ουδέτερος ούτε ανιδιοτελής. Η ιστορία υπηρέτησε μ’ αυτόν τον τρόπο την
ομογενοποίηση των κοινωνιών, τις άρχουσες ομάδες και την ανάδυση του εθνικού
κράτους. Γι’ αυτόν το σκοπό και λειτούργησε επιλεκτικά. Ορισμένες περίοδοι και
ορισμένα γεγονότα αναδείχθηκαν, ενώ άλλες αποσιωπήθηκαν ή σκοπίμως δεν
ανασύρθηκαν από τη λήθη.
Είναι γεγονός ότι την ιστορία
την γράφουν οι νικητές αλλά και οι ηττημένοι εκδικούνται. Κυρίαρχο στοιχείο
αυτής της εκδίκησης αναδείχθηκε η μνήμη. Διότι αν οι κατώτερες τάξεις, οι
καταπιεσμένοι λαοί και οι κοινωνικές ομάδες δε διαθέτουν την πολυτέλεια των
αρχείων και της καταγραφής, έχουν τους δικούς τους τρόπους να διατηρήσουν την
αξιοπρέπεια τους, να εκφράσουν την αντίσταση τους, να συντηρήσουν την ελπίδα
της χειραφέτησης τους. Έτσι, αν οι νικητές είχαν την ιστορία, οι νικημένοι
απαντούσαν με τη μνήμη.
Η μνήμη απαντούσε στην
αρχειακή τεκμηρίωση της ιστορίας, με την προσωπική μαρτυρία αυτού που επέζησε.
Η μνήμη απαντούσε στην βαρύτητα της ανάλυσης με τη συναισθηματική φόρτιση του
βιώματος, τη μαρτυρία με τα αυθεντικά κατάλοιπα.
Αλλά δυστυχώς τίποτα δεν
παραμένει αθώο. Έτσι και η μνήμη έγινε εργαλείο των εθνικιστικών και
μειονοτικών κινημάτων, τα οποία χρησιμοποιούσαν έναν αποσπασματικό και
συναισθηματικό λόγο περί μνήμης ως ιδεολογία, για την διεκδίκηση και την
ακύρωση της μνήμης του «γείτονα». Αυτό μεγιστοποιήθηκε και από το γεγονός ότι
με το πέρασμα του χρόνου το αδυνάτισμα της αυθεντικής μνήμης αντικατέστησε μια
καλλιέργειά της, η οποία εξυπηρέτησε τους σκοπούς αυτών των κινημάτων. Στα δε
μειονοτικά κινήματα μπορούμε να πούμε ότι η προσκόλληση στη μνήμη αντικατέστησε
την αγάπη για την πατρίδα.
Μέσα από αυτή την
διαδικασία φαίνεται να αναδύεται και το δικαίωμα στη λήθη. Ένας κόσμος χωρίς
λήθη θα ήταν ένας αφόρητος κόσμος. Άλλωστε η λήθη βρίσκεται στις προϋποθέσεις
των πιο πρωταρχικών μορφών πολιτικής. Εκεί που η πολιτική, καλείται να υπερβεί
την αντεκδίκηση για να ρυθμίσει ειρηνικά την συμβίωση. Τα παραδείγματα των
αμνηστιών στην αρχαία Αθήνα δείχνουν μια επιδέξια διαχείριση της μνήμης και της
λήθης. Από το 1882 ο Ερνέστος Ρενάν στο βιβλίο του «Τι είναι έθνος;» έγραφε πως «η λήθη είναι
ουσιαστικός παράγων για την δημιουργία του έθνους».
Αυτό που συνδέει
συνειδητά ή ασυνείδητα το παρελθόν με το παρόν των κοινωνιών στην ιστορική τους
εξέλιξη, δηλαδή υπό το καθεστώς συνεχών αλλαγών, είναι η παράδοση. Ως εκτούτου
η παράδοση σχετίζεται με το παρελθόν. Παραδίδεται από τις προηγούμενες γενιές
στις επόμενες, αλλά σε καμία περίπτωση δεν ανήκει στο παρελθόν. Ανήκει κατ’
εξοχήν στο εκάστοτε παρόν και το αφορά, διότι από αυτό χρησιμοποιείται, και
πολλές φορές ιδιοτελώς μορφοποιείται.
Η παράδοση επίσης δεν
είναι ένα corpus πολιτισμικών στοιχείων στατικό και αμετάβλητο, αλλά μία
δυναμική διαδικασία που αφορά τη διαχείριση του εκάστοτε παρόντος. Είναι ένα
πρότυπο πολιτισμού, που συνδιαλέγεται με τις συνθήκες του εκάστοτε παρόντος και
ανάλογα, εντάσσεται λειτουργικά σ’ αυτό, περιθωριοποιείται ή αποβιώνει. Η
καλύτερη εκδοχή λειτουργικότητάς της σχηματικά αναφέρεται ως «επιβίωση» ή
«συνέχεια». Η επιβίωση μπορεί να οριστεί ως η άμεση ιστορική μνήμη, όπου το
χθες ζει μέσα στο σήμερα, χωρίς αυτό να συμβαίνει συνειδητά. Είναι η άμεση
μετάγγιση των μορφών της ζωής και του πολιτισμού που γίνεται από ψύχη σε ψυχή,
από στόμα σε στόμα, από παππού σε εγγονό και συναποτελεί το παρόν.
Όταν όμως η επιβίωση δε
μπορεί να λειτουργήσει ή δε γίνεται αποδεκτή από τις νέες ιστορικές συνθήκες,
καταγράφεται πλέον ως μνημειακή κληρονομιά του παρελθόντος. Τότε προκύπτουν και
οι κάθε είδους «αναβιώσεις», αλλά και το φαινόμενο του «φολκλορισμού». Μπορούμε
να ορίσουμε την αναβίωση ως τη στροφή στα περασμένα, δηλαδή την προσπάθεια να ξαναφέρουμε
στη μνήμη μας το χθες, ακόμη και να το προτείνουμε ως κανόνα ζωής. Η αναβίωση
είναι συνειδητή, διότι καταφεύγει σε στοιχεία, που ο χρόνος τα απομάκρυνε από
την άμεση ιστορική μνήμη.
Ένα είδος αναβίωσης
μπορεί να χαρακτηρισθεί ιδιαίτερα επικίνδυνο. Είναι αυτό, όπου το παλιό
προτείνεται ως πρότυπο και ως παράδειγμα προς μίμηση και έτσι προσπαθεί να
ξαναμπεί στο σήμερα, για να το επηρεάσει καθοδηγητικά. Παρουσιάζεται ως ανάγκη, ενώ στην
πραγματικότητα πηγάζει από τα συμφέροντα ή τα αιτήματα που γεννιούνται μέσα σε
στενούς κοινωνικούς κύκλους, ομάδες, τάξεις ή και αντιμαχόμενες ολότητες. Ως
εκτούτου διαρκές ζητούμενο αποτελεί η ένταξη στο παρόν δημιουργικών στοιχείων του
παρελθόντος, έχοντας υπ’ όψιν μας ότι, κάθε προσπάθεια αναβίωσης τους έχει το χαρακτήρα
νεκρανάστασης.
Σχετικά με το
φολκλορισμό, ένας σκληρός ορισμός τον ορίζει ως την «ρομαντική επανάληψη εθίμων
ή εφεύρεση λαογραφικών στοιχείων, μία ψυχρή προσπάθεια αναβίωσης και χρήσης
τους, για τις ανάγκες της αγοράς». Σε γενικές γραμμές, το φολκλόρ προέρχεται
από το μυαλό και όχι από την ψυχή διότι, πρόκειται για εγκεφαλικές και
ορθολογικές κατασκευές, αντίθετες προς τις ρομαντικές διακηρύξεις για εθνικές
αναβιώσεις, επιβιώσεις και συνέχειες που το συνοδεύουν.
Οι ερασιτεχνικές
εκδηλώσεις αναβίωσης της παράδοσης, θα πρέπει να αντιμετωπισθούν με ιδιαίτερο
τρόπο. Διότι, αν οι περισσότερες από αυτές απορριφθούν με αυστηρότητα ως φανερά
φολκλορικές, καταδικάζονται συγχρόνως οι προσπάθειες και οι πρωτοβουλίες για
την πολιτιστική και πολιτισμική κινητοποίηση, ιδίως σε κοινωνικούς χώρους που
παρατηρείται γενική αδράνεια και αδιαφορία. Από την άλλη, αν αυτές επιτραπούν
ανεπιφύλακτα ή ενισχυθούν απρογραμμάτιστα, κινδυνεύουν να εξουδετερώσουν και να
ακυρώσουν τις συστηματικές, κατά τόπους και ομάδες ενδιαφερόντων, προσπάθειες
για παραγωγή σύγχρονου λαϊκού πολιτισμού. Επίσης δημιουργούν προβλήματα στις
προσπάθειες της λαογραφικής επιστήμης, να μελετήσει και να αναδείξει τον
παραδοσιακό μας πολιτισμό.
Συμπερασματικά μπορούμε
να πούμε ότι, ενώ είμαστε πλασμένοι από το προσωπικό και το συλλογικό μας
παρελθόν, η υπερμνησία είναι εξίσου τραυματική με την αμνησία. Ζητούμενο είναι
μια διαλεκτική σχέση με το παρελθόν, που θα αναδείξει μια λειτουργική μνήμη η
οποία θα μας βοηθήσει να συνειδητοποιήσουμε μια γενική α-λήθεια. Την αλήθεια
ότι η ανθρωπότητα πορεύεται προς την αυτοκαταστροφή της, διαπράττοντας
διαχρονικά τα ίδια λάθη με καταστροφικές συνέπειες, εκθετικά αυξανόμενες λόγω
της τεχνολογικής εξέλιξης. Ως εκτούτου πιστεύω ότι οι άνθρωποι που διατηρούν τη
μνήμη, είναι άνθρωποι αληθινοί, διότι αγωνίζονται κατά της συλλογικής αμνησίας
του ανεπτυγμένου κόσμου μας. Ενός κόσμου σκηνοθετημένου εκτός της αληθινής
ζωής, σαν ένα σύστημα άσκησης ρόλων που απεγνωσμένο χειραγωγείται, ώστε να
λειτουργεί με το κουμπί κολλημένο στο FF (Fast Forward)
, υπονομεύοντας έτσι το μέλλον του. Ως εκτούτου η ελπίδα αλλαγής βρίσκεται στη
δυνατότητα της οικονομικής κρίσης, να αποτελέσει το γεγονός που θα οδηγήσει τον
ανεπτυγμένο κόσμο, σε ένα υποχρεωτικό ΑΝΑΓΚΗ
ΣΤΗΝΑΙ.
Επίλογος
Από τη νεολιθική εποχή η Ακρόπολις των Αθηνών κατοικείτο συνεχώς. Η
συνέχεια αυτή διακόπηκε το 1835 με την ανάδειξή της σε αρχαιολογικό χώρο της
Κλασικής Εποχής και στη συνέχεια σε εθνικό σύμβολο. Η ενέργεια αυτή
εξυπηρετούσε αφ’ ενός, την υποστήριξη του νεοσύστατου ελληνικού κράτους από
τους Ευρωπαίους, οι οποίοι βίωναν μια περίοδο λατρείας του αρχαιοελληνικού
πνεύματος και αφ’ ετέρου την ενδυνάμωση της εθνικής συνείδησης.
Seedrinker
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δεν επιτρέπονται νέα σχόλια.