Ένα κείμενο με αφορμή και
τη νέα εκπαιδευτική χρονιά.
Μην αφήνεις αυτό που σε τρώει
να χορτάσει.
να χορτάσει.
Οι Τούρκοι διεκδικούσαν, διεκδικούν και θα
διεκδικούν απ’ ότι φαίνεται, νησιά θάλασσα, πλουτοπαραγωγικές μας πηγές.
Τελευταία, κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του Λονδίνου, ενόψει και της
διεκδίκησης από μέρους τους των Ολυμπιακών Αγώνων του 2020, διεκδίκησαν
επισήμως και την πατρότητα της Ολυμπιακής Φλόγας. Οι Τούρκοι διεκδικούν κατά
παράβαση των διεθνών συνθηκών της διεθνούς πρακτικής αλλά και της α-λήθειας,
αλλά εμείς δε πρέπει ποτέ να τους δώσουμε τη δυνατότητα να πουν το «νενικήκαμεν».
Αυτό όμως που πρέπει πρωτίστως να συνειδητοποιήσουμε, είναι ότι οι νεοβάρβαροι
που μας απειλούν και μας αποδυναμώνουν, πραγματικά και όχι δυνητικά, βρίσκονται
ανάμεσά μας.
Όλα ξεκίνησαν για να εξελιχθούν με μια σειρά «απολίτιστων
πράξεων» που είναι αδύνατον να προσδιορίσει και να απαριθμήσει κανείς. Δεν είναι οι
σοβαροί κίνδυνοι που προκαλούν το γενικό αίσθημα ανασφάλειας. Είναι οι μικρές
εκείνες παραβάσεις του κοινωνικού συμβολαίου, που οδηγούν στο να νιώθει κανείς
ότι ζει σε ένα χώρο που επιτρέπονται τα πάντα, σ’ ένα χώρο όπου δεν υπάρχει
ευθύνη και υποχρεώσεις ούτε για το αυτονόητο. Δείχνουν όμως ότι κάτι δεν πάει
καλά με τη διαδικασία της κοινωνικοποίησης δηλαδή του κοινωνικού μηχανισμού μάθησης,
αυτοελέγχου και αμοιβαίου σεβασμού.
Όλα ξεκινούν από την οικογένεια. Σχεδόν όλοι οι
γονείς ζουν αφενός, με την αγωνία να προσφέρουν το καλύτερο στα παιδιά τους,
αφετέρου θύματα μιας μοντέρνας ιδεοληψίας για την ελεύθερη διαπαιδαγώγηση. Αυτή η
ιδεοληψία αντιπαρέρχεται ακόμα και το ότι η γνώμη του παιδιού για θέματα που το
αφορούν, λαμβάνεται υπόψη σύμφωνα με την ηλικία του και την ωριμότητα του
(Ευρωπαϊκός Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων). Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, οι γονείς
να έχουν καταντήσει υποχείρια μικρών τυράννων που προβάλουν απαιτήσεις χωρίς
τελειωμό, με αποτέλεσμα τη διαμόρφωση εντέλει κακομαθημένων παιδιών, που δε
ξέρουν από φραγμούς και όρια. Σε αυτό συνεπικουρεί και η απουσία ουσιαστικής
και δημιουργικής ενασχόλησης των γονιών με τα παιδιά λόγω επαγγελματικών
υποχρεώσεων, προσωπικών επιδιώξεων αλλά και της ανάγκης βιοπορισμού με
συνακόλουθο την υποχώρηση των οικογενειακών δεσμών. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα
παιδιά να περνούν τον περισσότερο ελεύθερο χρόνο τους με τους συνομήλικους τους, σε εικονικό η πραγματικό χώρο, γεγονός που τους στερεί την ανάπτυξη κοινωνικών
αρετών.
Αυτή η επικίνδυνη μεταβολή στις σχέσεις
γονιών-παιδιών θα είχε πολύ μικρότερες συνέπειες εάν δεν κατέρρεε η δεύτερη
γραμμή άμυνας έναντι της αντικοινωνικοποίησης, η διαπαιδαγωγική παράμετρος,
ιδιαίτερα στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Η δευτεροβάθμια εκπαίδευση κυρίως,
εκφυλίστηκε σε μια αμφιβόλου ποιότητας μαθησιακή διεργασία, με κύριους
υπεύθυνους τις συντεχνίες των εκπαιδευτικών οι οποίες επιδίωξαν και πέτυχαν να
αποποιηθούν τη λειτουργηματική διάσταση της εργασίας τους, συμβάλλοντας έτσι
καθοριστικά στη διαμόρφωση προβληματικών εφήβων με αντικοινωνική συμπεριφορά.
Οι εκπαιδευτικοί σχεδόν στο σύνολό τους,
αδιαφόρησαν στο να χτίσουν και διατηρήσουν την ισορροπία, για την οποία θα
έπρεπε να πασχίζουν όλοι οι σύγχρονοι «λειτουργοί της εκπαίδευσης», ανάμεσα
στην αμεσότητα της επαφής με τους μαθητές και την αναγκαία απόσταση που
επιβάλλουν το status, η ηλικία και η γνώση. “Ο εκπαιδευτικός πρέπει να έχει το στοιχείο της
παιδαγωγικής προσωπικότητας. Ως ένα βαθμό το έχεις εκ γενετής, αγαπάς τους
ανθρώπους, θέλεις να προσφέρεις” αναφέρει σχετικά ο γνωστός εκπαιδευτικός
Κώστας Χάρης. Εδώ μπορούμε να αναφέρουμε σχετικά, ότι η μονιμοποίηση του Έλληνα
εκπαιδευτικού φαίνεται να λειτουργεί ως η λοβοτομή του.
Το ορατό αποτέλεσμα είναι οι καθηγητές να
αποδέχονται προκλητικές και αντικοινωνικές συμπεριφορές των μαθητών τους,
δικαιολογώντας τις με το ότι οι νέοι ρέπουν προς την «επαναστατική συμπεριφορά»,
παρουσιάζοντας τους εαυτούς τους και ως προοδευτικούς. Στην πραγματικότητα όμως
φοβούνται τα δημιουργήματα τους, φοβούνται την αντίδραση τους, φοβούνται ότι αν
επέμβουν το λιγότερο θα ακούσουν βωμολοχίες που μπορεί να φτάσουν μέχρι
χειροδικίας, ή ακόμη και την οργή των γονιών τους, όταν «τα κανακάρια» επιστρέφοντας
στο σπίτι παραπονεθούν σχετικά.
Αυτοί που διδάσκουν τη γλώσσα παρουσιάζονται
ανίκανοι να διδάξουν ότι, όπως δεν υπάρχει ιδιωτική γλώσσα έτσι δεν υπάρχουν
και ιδιωτικοί κανόνες. Δίνουμε λογαριασμό στους άλλους όχι με βάση τους δικούς
μας αυτοεξυπηρετικούς κανόνες, αλλά με βάση δημοσίως γνωστούς, κοινά αποδεκτούς
κανόνες οι οποίοι είναι και το μέτρο αναφοράς στη λογοδοσία. Διαφορετικά είναι
αδύνατο να σταθεί και να προοδεύσει μια κοινωνία, ως εκ τούτου και η σχολική,
ως συλλογικό μόρφωμα, πέρα και πάνω από άτομα. Αυτοί που καλούνται να διδάξουν
πολιτισμό, μάλλον δεν έχουν καταλάβει ότι πολιτισμός δεν είναι αυτό που με
κάποιο τρόπο «επέβαλαν» να θυμούνται τα παιδιά αλλά η ιδεολογία της πόλης,
δηλαδή η ιδεολογία της συνύπαρξης, αυτό που ζει κανείς και χαίρεται να
διαδίδει.
Γενικότερο αποτέλεσμα είναι να διαμορφώνεται μια
κοινωνική πραγματικότητα, όπου γενικώς οι ενήλικοι κάνουν «τα στραβά μάτια»
μπροστά στην προκλητικά αντικοινωνική συμπεριφορά των ανηλίκων, διότι και αυτοί
με τη σειρά τους δρουν αναλόγως, συνδιαμορφώνοντας έτσι την αποθεσμισμένη
ελληνική πραγματικότητα στην οποία ζούμε τα τελευταία σαράντα χρόνια. (Ειδικά
για τους εκπαιδευτικούς, μπορούμε να πούμε ότι αρκετοί απ’ αυτούς είναι
βουτηγμένοι και στην παρανομία των ιδιαίτερων μαθημάτων). Οι ενήλικες κάνουν τα
στραβά μάτια, ακόμα και αν θίγονται ή ενοχλούνται προσωπικά, για να αποφύγουν τα
μπλεξίματα. Είναι ένα φαινόμενο που παρατηρείται πολύ συχνά, ιδιαίτερα στις
μεγάλες πόλεις του «πολιτισμένου κόσμου» ώστε να χρειαστεί να μελετηθεί και να
καταμετρηθεί. Η σχετική έρευνα, έγινε
από το βρετανικό Institute of Policy Research, στη Βρετανία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες και
κατέληξε στη δημιουργία ενός νέου επιστημονικού όρου, την παιδοφοβία, όταν λίγα
χρόνια πριν ο κανόνας ήταν το παιδί τουλάχιστον να φοβάται τον μεγαλύτερο, για
να μην αναφερθούμε σε σεβασμό. Τελικά αυτό που μετά βεβαιότητας διαπιστώνεται είναι,
ότι παρά την αλματώδη άνοδο του βιοτικού επιπέδου, η πνευματική ευζωία των
εφήβων-νέων υποχώρησε, στη χώρα μας ειδικά καταβαραθρώθηκε. Σε αυτό συνετέλεσε
και η εισβολή της νέας τεχνολογίας στην επικοινωνία και την ψυχαγωγία τους και
η αφομοίωση της με καταχρηστικό τρόπο, ίδιον άλλωστε του κοινωνικού μας
γίγνεσθαι.
Στις άλλες χώρες αυτό το φαινόμενο της απολίτιστης αλλά
και βίαιης συμπεριφοράς των εφήβων, παρουσιάζεται κυρίως στα υποβαθμισμένα
προάστια των μεγάλων τους πόλεων. Στη χώρα μας τείνει να αποτελέσει μια
γενικευμένη κατάσταση στις πόλεις, με την εκτροπή του δε, και σε ενδοσχολική βία, να
παίρνει μεγάλες διαστάσεις στην Αθήνα χωρίς να αφήνει αλώβητες και άλλες
μεγάλες πόλεις.
Στις άλλες χώρες αυτή η προβληματική συμπεριφορά
των νέων βελτιώνεται θεαματικά κατά την ενηλικίωση τους διότι είναι
αναγκασμένοι, είτε να ακολουθήσουν το δρόμο της ανώτατης εκπαίδευσης είτε αυτόν
της επαγγελματικής αποκατάστασης, να λειτουργήσουν δηλαδή σ’ ένα θεσμισμένο
χώρο με υψηλές απαιτήσεις κοινωνικοποίησης. Εκεί αναγνωρίζουν ότι αν δεν
αναπτύξουν κοινωνικές αρετές είναι περισσότερο εκτεθειμένοι στην αποτυχία,
γεγονός στο οποίο συνηγορούν και ανάλογες έρευνες που διαπιστώνουν ότι οι
κοινωνικές δεξιότητες είναι σημαντικότερες από τις ακαδημαϊκές.
Στη χώρα μας τα δημόσια ιδρύματα της τριτοβάθμιας
εκπαίδευσης, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, είναι ιδρύματα εκπαίδευσης στην
ήσσονα προσπάθεια και την αντικοινωνική συμπεριφορά, χώροι που στο όνομα της
ελευθερίας λειτουργούν με ελευθεριότητα Και όλα αυτά διανθισμένα “από το λόγο
μιας απερίγραπτα ναρκισσιστικής, ιδεολογικά χοντροκομμένης, πνευματικά αυτοτροφοδοτούμενης,
πολιτικά οπισθοδρομικής και πολιτισμικά γραφικής Αριστεράς” (Δημοσθένης Κούρτοβικ).
Ένας λόγος που ηγεμονεύει ακόμη και τώρα σαν απολίθωμα των, συντετριμμένων από
την οικονομική κρίση, κύριων κομματικών εκφράσεων της ανατολίτικης, τριτοκοσμικής,
πολιτικής μας κουλτούρας1.
Τελευταίο τους κατόρθωμα το κατρακύλισμα των ελληνικών ΑΕΙ από την 300ή στην
400ή θέση μέσα σ’ ένα χρόνο, στην παγκόσμια λίστα αξιολόγησης πανεπιστημίων της
Σαγκάης, μιας από της δυο που τελούν υπό την αιγίδα του ΟΗΕ.
Όσον αφορά δε την επαγγελματική αποκατάσταση των
νέων ,για την επιβίωση και την επιτυχία τους στη γραφειοκρατική, κρατικοδίαιτη,
πελατειακή, αντιπαραγωγική οικονομία στην οποία ξετυλίχθηκε μια «επιθυμία
χρέους»2, αυτό που μέχρι
πρόσφατα χρειαζόταν, περιγράφεται με τρεις λέξεις, «αμοραλισμός», «οσφυοκαμψία»,
και «γλείψιμο, εύφορο έδαφος για την εδραίωση και την ανατροφοδότηση της
αντικοινωνικής τους συμπεριφοράς ως ενήλικοι πλέον.
Αυτός ο άναρχος και βάρβαρος τρόπος που μάθαμε να
ζούμε και να φερόμαστε, σε συνδυασμό με την πρωτοφανή οικονομική κρίση, δύναται
να οδηγήσει με μεγαλύτερη ευκολία την παραπαίουσα μικροαστική τάξη σε
επικίνδυνα μονοπάτια. Δηλαδή να αναζητήσει την έκφραση της οργής της μέσα από
ναζιστικούς σχηματισμούς, ο σκληρός πυρήνας των οποίων έχει το χαρακτήρα
οργανωμένου εγκλήματος και καλύπτει τα κενά που προκύπτουν από την απουσία του
κράτους. Επιβεβαίωση αυτού πρέπει να θεωρηθεί η αναρρίχηση της Χρυσής Αυγής στο
7% στις εκλογές του Ιουνίου 20123.
Το χειρότερο όμως είναι τα δημοσκοπικά ευρήματα
που παρουσιάζουν τη Χρυσή Αυγή να έχει τη μεγαλύτερη της διείσδυση στους νέους.
Αναμενόμενη συνέπεια επαναλαμβάνω, του εκφυλισμού των μηχανισμών κοινωνικοποίησης των νέων,
δηλαδή του εκπολιτισμού τους, μιας διαδικασίας ελέγχου της ενυπάρχουσας βίας στο
ανθρώπινο ον. Ανάλογο φαινόμενο και μάλιστα ανεπτυγμένο, αριστερών όμως
αποχρώσεων, έχουμε με την παιγνιώδη αντιμετώπιση του δόγματος «βία στη βία της
εξουσίας» από τους κουκουλοφόρους. Νέοι που χρησιμοποιούνται κατά το δοκούν,
τόσο από μέρος της κοινοβουλευτικής αριστεράς όσο και της εξωκοινοβουλευτικής,
από τους κρατικούς μηχανισμούς καταστολής, αλλά και ως μπράβοι για τη διατήρηση
του πανεπιστημιακού κατεστημένου και τροφοδοτούν ένα νέο τύπο πολιτικής
βίας-τρομοκρατίας θεαματικά διαφοροποιημένο από την τρομοκρατία παρελθόντων
ετών4.
Αυτός ο άναρχος και βάρβαρος τρόπος που ζούμε και
φερόμαστε αφήνει ανεξίτηλα μεν, δυσδιάκριτα δε, σημάδια στον ψυχισμό μας.
Ευδιάκριτα όμως, είναι τα σημάδια που αφήνει στο χώρο, στις πόλεις μας, μιας
και οι πόλεις είμαστε εμείς ενόλω εξωτερικευμένοι. Μια ματιά χρειάζεται για να
διαπιστώσουμε ότι ζούμε σε άναρχες και χαοτικές πόλεις, οι οποίες προήλθαν από
τις δικές μας δράσεις, τις δικές μας αυθαίρετες επεμβάσεις. Εδώ θέλω να επισημάνω στους «φαντασιακούς προοδευτικούς5» ότι ο πολιτισμός ενός τόπου δεν καθρεφτίζεται μόνο στις ειδικές ποιότητες των έργων που «ανεβαίνουν», των εκθέσεων που λαμβάνουν χώρα, των πολιτιστικών εκδηλώσεων που γίνονται, αλλά και στις εικόνες που έχουμε, μέχρι να φτάσουμε στους χώρους που διοργανώνονται.
Τελικά αυτό που πρέπει να συνειδητοποιήσουμε είναι
ότι οι νεοβάρβαροι, που πραγματικά μας απειλούν και μας αποδυναμώνουν δε βρίσκονται «εκτός των πυλών» αλλά «εντός των τειχών» με
διττή σημασία. Εντός της πόλης, μέσα μας.
1 H α-λήθεια (η μη λήθη) πρέπει να μας κάνει να
λάβουμε υπόψη μας ότι περίοδοι πολιτικής απαξίωσης οδήγησαν στο Ναζισμό στη
Γερμανία και στο Φασισμό στην Ιταλία. Στη χώρα μας δε στις δικτατορίες της 4ης
Αυγούστου 1936 και της 21ης Απριλίου 1967. Απ’ ότι φαίνεται η μόνη διέξοδος
είναι από τη μούχλα να βγάλουμε την πενικιλίνη.
2 Όρος που συναντάμε στο βιβλίο του Κώστα Δουζίνα
«Αντίσταση και φιλοσοφία στην κρίση», όπου επίσης αναφέρεται ότι “ο δανεισμός
χρησιμοποιήθηκε από τις κυρίαρχες ελίτ για να λαδώνει τα γρανάζια της κρατικής
πατρωνίας και των πελατειακών σχέσεων των κομμάτων.”
3 “Ο ναζισμός σε αντίθεση μ’ αυτό που νομίζουμε
σήμερα, δεν είναι το πολιτικό απάγκιο των απεγνωσμένων εργατών και ανέργων. Είναι το πολιτικό απάγκιο της τρελαμένης, αγανακτισμένης
μικροαστικής τάξης, η οποία χάνει τα προνόμια που είχε συνηθίσει να εισπράττει
και βρίσκεται ξαφνικά σε διαδικασία προλεταριοποίησης. Αυτός που «κάτι είχε», «κάπως
τα κατάφερνε», με όλες τις παθογένειες του συστήματος, βλέπει τώρα αυτόν τον
κόσμο να διαλύεται. Και γι’ αυτόν η αντίσταση εκφράζεται μέσα από το ναζισμό.”
Δημήτρης Χριστόπουλος, Επίκουρος Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας
Παντείου Πανεπιστημίου Αθηνών.
4 “Άτομα ποικίλης κοινωνικής προέλευσης, διαφορετικών ηλικιών και
εθνοτήτων, αντιλαμβάνονται τις κλοπές, τις δολοφονίες, τους εμπρησμούς, τους
εκρηκτικούς μηχανισμούς, τις βιαιοπραγίες, την καταστροφή , ως αξία, στο
πλαίσιο της πολιτικής ενεργοποίησης. Συγκροτώντας «ομάδες» (οργανώσεις)
προβαίνουν σε πράξεις που περιβάλλονται από χαοτικού χαρακτήρα ασαφείς
ιδεολογίες ή από εξαιρετικά φτωχές σε περιεχόμενο και ουσία ιδεολογικές
απόψεις. Ακόμη και όταν καταφεύγουν σε ιδεολογικές αναφορές, προβάλουν την
ιδεολογικοπολιτική τους ένδεια ως γνώση. Η τεχνολογική εξέλιξη των μέσων
επικοινωνίας παρέχει τα εργαλεία για ευρεία δημοσιοποίηση των απόψεών τους.
Καθώς αδιαφορούν απόλυτα για την παρελθούσα μυστικότητα (ίδιον του
συνωμοτισμού) που ήταν δεδομένη για τις οργανώσεις τρομοκρατίας, διατυπώνουν
δημόσια, όχι μόνο τις «ιδεολογικές» τους θέσεις και απόψεις, αλλά και τον τρόπο
δράσης τους.” Μαίρη Μπόση, Επίκουρη Καθηγήτρια Διεθνούς Ασφάλειας Πανεπιστημίου
Πειραιά.
5 Ανάρτηση της 12/4/2012 με τίτλο «Η ζωή εν τάφω; (Κουλτουριάρηδες)»
Seedrinker
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.