Όταν πετάς (τα) παλιά,
κάνεις χώρο για (τα) καινούρια
Στην ανάρτηση
της 30/6/13 «Ο υπέροχος Γκάτσμπυ» είχα αναφέρει ότι «ο κτισμένος και άκτιστος
χώρος όπως διαμορφώθηκε διαχρονικά στη χώρα μας, ιδιαίτερα μεταπολεμικά, είναι
ένα τριτοκοσμικό διαβατήριο αθλιότητας, που προανήγγειλε και εξιστορεί τον
εκφυλισμό και εκχυδαϊσμό της κοινωνίας μας με τα γνωστά επακόλουθα». Και αυτό
διότι η αρχιτεκτονική, που είναι η μόνη εκτεθειμένη σε όλους τέχνη, «γραδάρει»
ανά πάσα στιγμή το πολιτικό στάτους της κάθε περιόδου. Σχετικά ο Δ. Πηκιώνης
ανέφερε ότι «το αρχιτεκτόνημα είναι κάτι που φυτρώνει σε συγκεκριμένο χώμα και
κλίμα, από συγκεκριμένους ανθρώπους». Στο κείμενο αυτό θα παρουσιάσω σχηματικά
την εξέλιξη της αρχιτεκτονικής φόρμας του κλασικού σε νεοκλασικό και τον
εκφυλισμό της σήμερα σε νέο-νεοκλασικό και θα την παρομοιάσω με την εξέλιξη της
αριστεράς σε νεοαριστερά και τον εκφυλισμό της σήμερα σε νέο-νεοαριστερά.
Στην αρχαία
Ελλάδα, σε γενικές γραμμές βέβαια, ο άνθρωπος αναζητούσε την αρτιότητα και το
ωραίο, επιδιώκοντας την εναρμόνισή του με τη φύση, αγαπούσε τη ζωή και όταν
ήταν ανάγκη αποδεχόταν το θάνατο αξιοπρεπώς αλλά και χωρίς μεγάλες μεταφυσικές
προσδοκίες. Οι απαντήσεις στα ερωτήματα που αφορούν την «καλή ζωή» και το νόημα
του βίου, αναζητούνται στη φιλοσοφία. Ο ελεύθερος άνθρωπος έτεινε να γίνει
«πολίτης» και σπάνια συναποτελούσε λαό. Η ταυτόχρονη ανάδυση φιλοσοφίας και
δημοκρατίας δε συνιστά τυχαίο συμβάν. Μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο φύτρωσε και
αναπτύχθηκε η φόρμα του κλασικού, μέσω της οποίας δεν επιχειρήθηκε μόνο η
τελειοποίηση και ο εξωραϊσμός των γύρω, αλλά και η δημιουργική έκφραση με την
συνένωση και την υπέρβαση όλων των επιμέρους γνώσεων και ικανοτήτων του.
Η νεοκλασική
αρχιτεκτονική φόρμα αναδείχθηκε κατά τον 19ο αι. και τις αρχές του 20ου αι.
Εμπνευστής της η κλασική αρχαιότητα και ζητούμενό της η επιστροφή στην ομορφιά
της λιτής γραμμής. Αποτέλεσε την αντίδραση στην υπερβολή του μπαρόκ, ενός
καλλιτεχνικού ρυθμού που διαμορφώθηκε υπό την επίδραση της Αντιμεταρρύθμισης.
Στην Ελλάδα ο νεοκλασικισμός εισήχθηκε στα μισά του 19ου αι. από το
Βασιλιά Όθωνα, ο οποίος έφερε μαζί του Βαυαρούς αρχιτέκτονες προκειμένου να
βοηθήσουν στην ανοικοδόμηση της Αθήνας, για να επεκταθεί μετά σε ολόκληρη τη
χώρα.
Μετά τη
Μεταπολίτευση έκανε την παρουσία της μια νέα φόρμα η νεοκλασική, η οποία θέλησε
στην καλύτερη των περιπτώσεων να επαναφέρει έστω και δια της μίμησης το
νεοκλασικό αρχιτεκτόνημα, που τα προηγούμενα χρόνια είχε καταδικαστεί σε
αφανισμό με τη διαδικασία της απαλλοτρίωσης και της ανέγερσης πολυκατοικιών. Η
προσπάθεια ήταν θνησιγενής διότι είχε πλέον επικρατήσει η αντίληψη του
«κτιρίου» εις βάρος του «αρχιτεκτονήματος». Η αντίληψη δηλαδή που ως κύρια
επιδίωξή έχει την ελαχιστοποίηση του κόστους κατασκευής, εκμηδενίζοντας ότι θα
μπορούσε να αποπνέει μια φιλοσοφία ζωής στην κατασκευή. Μια αντίληψη που
σχηματικά καταδείκνυε την κατά κράτος επικράτηση σε όλο το κοινωνικό γίγνεσθαι
της ύλης-φαίνεσθε επί του πνεύματος-ουσίας. Έτσι καταλήξαμε να εκφυλισουμε την
νεοκλασική αετωματική επίστεψη σε τσιμεντένια αετώματα που «καπελώνουν»
πολυκατοικίες, εκχυδαΐζοντας τελείως το νεοκλασικό στυλ. Γεγονός που
αποδεικνύει και τον εκχυδαϊσμό της κοινωνίας μας, μιας και η αισθητική δεν
είναι μόνο προσθήκες και στολίδια, αλλά και αυτή που προδίδει την συναφή
πολιτική και την προσωπικότητά της.
Ως κλασική
αριστερά θεωρώ τους πρωτοπόρους και συνοδοιπόρους στη δημιουργία ενός
«ιστορικού γίγνεσθαι» κατά το οποίο η ατομική διαμαρτυρία για τον ανθρώπινο
πόνο γίνεται συλλογική και η επικρατούσα ανισότητα αντιμετωπίζεται ως το
αποτέλεσμα ηθικών ελλείψεων και σφαλμάτων και όχι ως αλληλουχία μεταπτώσεων της τύχης. Είναι το «ιστορικό
γίγνεσθαι» που πυροδότησε στον άνθρωπο την πιεστική ανάγκη για αυθόρμητη ζωή
και το ανυποχώρητο αίσθημα συμπόνιας για τους συμπάσχοντες όπου κι αν αυτοί
βρίσκονται, θύματα όπως και αυτοί της κυνικότητας των κατεχόντων την εξουσία
και τον πλούτο, το οποίο και μορφοποιείται σε εξέγερση. Είναι η ιστορική στιγμή
που έπαψε η εξέγερση είτε ατομική είτε συλλογική να αποτελεί αντικείμενο περίσκεψης,
επιφυλακτικότητας και συχνά καχυποψίας. «Η κλασική αριστερά είναι αυτή που
περιγράφεται στα πρώιμα έργα του Μαρξ αλλά και του Ένγκελς, στα οποία φαίνονται
οι αξίες του σοσιαλισμού χωρίς το ακραίο επιστημονικό του περίβλημα και στα
οποία κυριαρχούν η αγάπη και το συνανήκειν
(Γιώργος Σταματόπουλος, δημοσιογράφος)
Ως νεοαριστερά
προσδιορίζω την αριστερά όπως αυτή λειτούργησε και εξελίχθηκε μετά τον Εμφύλιο
ως τη Μεταπολίτευση. Κύριο χαρακτηριστικό της η αμφισβήτηση του υπάρχοντος
θεσμικού πλαισίου της καπιταλιστικής οικονομίας και της αναδυόμενης κοινωνίας
της αγοράς. Είναι η περίοδος που άνθισε η «τριτοδιεθνιστική» λογική που έλεγε
πως ο εγγύτερος πολιτικά και ιδεολογικά ανταγωνιστής είναι χειρότερος από τον
πιο ακραίο αντίπαλο, στη διεκδίκηση μιας ψευδεπίγραφης αυθεντικότητας αφού
παραγνώριζε ότι αυθεντική Αριστερά και Ενότητα είναι συνώνυμα. Είναι η περίοδος
που άρχισε να αναγνωρίζεται η ιστορική πραγματικότητα που αποδείκνυε ότι το
επαναστατικό όνειρο τις περισσότερες φορές καταλήγει σε ένα νέο εφιάλτη.
Με τη
Μεταπολίτευση άρχισε να μορφοποιείται η νέο-νεοαριστερά. Αφετηριακό της σημείο
η μη ύπαρξη στρατηγικής για την ανατροπή της καπιταλιστικής οικονομίας, ιδίως
μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Επόμενο σημείο η ανάδειξη μιας νέας
στρατηγικής μέσω της οποίας διεκδικεί μεταρρυθμίσεις στην υπάρχουσα κατάσταση
με στόχο το «βάθεμα» της δημοκρατίας και περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη καθώς
και την απελευθέρωση της χώρας από τον «εναγκαλισμό» των ΗΠΑ μέσω των εγχώριων
στρατιωτικών της βάσεων (ρεφορμιστική αριστερά). Προοπτική της η κυβερνητική
εξουσία. Η αναρρίχηση του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία το 1981 αποτέλεσε την αρχή μιας
πορείας εκφυλισμού της νέο-νεοαριστεράς σε ότι πιο συντηρητικό και επικίνδυνο
έχει σήμερα να παρουσιάσει η πολιτική μας σκηνή, συμπαρασύροντας και όλο το
κοινωνικό γίγνεσθαι. Και αυτό διότι το ιστορικά και συναισθηματικά φορτισμένο
δίπολο «αριστερός-διανοούμενος» είχε δημιουργήσει ένα αίσθημα εμπιστοσύνης στον
κόσμο. Σήμερα μπορώ να πω ότι χωρίς αυτούς τους ιδεολογικούς μισθοφόρους της
ιδιωφέλειας δε θα είχαμε εκπέσει στην σημερινή κρίση η οποία ανέδειξε έναν
κόσμο ανασφάλειας και αμοιβαίας δυσπιστίας, όπου ο καθένας για να προστατευτεί
κηρύσσει τον πόλεμο εναντίον όλων.
Με την άνοδο
του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία οι νέο-νεοαριστεροί προωθήθηκαν κατά χιλιάδες στα
πανεπιστήμια, τα ΜΜΕ (κατέλαβαν την ΕΡΤ), τα υπουργεία, κυβερνητικές οργανώσεις
και επιτροπές και αποτέλεσαν το υπόβαθρο του συντεχνιασμού. Ο Μπέρτραν Ράσελ
έλεγε ότι ο συντεχνιασμός αποτελεί τη χειρότερη μορφή καπιταλισμού (τον χαρακτηρίζω
ως εσωτερικό ιμπεριαλισμό). Τον ταξικό εχθρό μας, που ακόμη και σήμερα με την
υποστήριξη σύσσωμης της αντιπολίτευσης αλλά και αρκετών βουλευτών της
συμπολίτευσης, καθυστερεί την εξυγίανση του πτωχευμένου Δημοσίου. Και αν τα
χρόνια της «ψεύτικης ευημερίας» εκμεταλλεύτηκε την υπεραξία της εργασίας μας
και αύξανε το Δημόσιο χρέος για να μπορεί να δουλεύει ξεκούραστα και μη ανταποδοτικά,
σήμερα μεγιστοποιεί την ανεργία στον ιδιωτικό τομέα1. Συντεχνίες που βολεύονταν με τη μονιμότητα, τη μεγάλη
σύνταξη και τα εφάπαξ. Ολιγόωρη εργασία, πολυήμερες άδειες που οδηγούσαν σε
αυτόματες και άνευ κρίσεων προαγωγές. Συντεχνίες που επέβαλαν και διατηρούσαν
ομήρους, προς ιδίων όφελος, τους «μη μάνατζερ» των δημόσιων οργανισμών. Συνήθως
κομματόσκυλα, χαμηλών προδιαγραφών με μεγάλους μισθούς και έτερα οικονομικά οφέλη, που ουδεμία συνέπεια
υφίσταντο για τη συνήθως εγκληματική διαχείριση των φορέων που διοικούσαν.
Με το
συντεχνιασμό στη δημόσια εκπαίδευση, οι νέο-νεοαριστεροί στη δευτεροβάθμια
εκπαίδευση, συνέβαλλαν καθοριστικά ώστε να αποποιηθούν οι εκπαιδευτικοί τη
λειτουργηματική διάσταση της εργασίας τους, που οδήγησε στο εκφυλισμό της
μαθησιακής διεργασίας και στη διαμόρφωση προβληματικών εφήβων με αντικοινωνική
συμπεριφορά. Στην τριτοβάθμια εκπαίδευση συνέβαλαν στη λειτουργία ενός
εκπαιδευτικού συστήματος που το χαρακτηρίζει μέχρι σήμερα η «ήσσον προσπάθεια»,
κατασπαταλώντας δημοσίους πόρους και το κυριότερο τη δημιουργικότητα των νέων,
κύριο ζητούμενο των οποίων έγινε μια θέση στο Δημόσιο. Το χειρότερο προώθησαν
την άκρατη κομματικοποίηση των σπουδαστών, η οποία εγκληματικά επεκτάθηκε στους
ανήλικους μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ακόμα και της πρωτοβάθμιας. Αυτό
ιστορικά μπορεί να αποδειχθεί και το αφετηριακό γεγονός που πυροδότησε τη
σημερινή πραγματικότητα, όπου ακραία πολιτικά μορφώματα με αντίθετες
ιδεολογικές αφετηρίες παρουσιάζονται με ίδιες πολιτικές πρακτικές, οι οποίες
κινούνται σε διαβαθμίσεις μεταξύ ακραίου ακτιβισμού και εγκληματικής βίας
(σχετικά στις αναρτήσεις «Miss Violence της 29/9/13 και «οι Νεοβάρβαροι» της 1/9/12). Αυτή την
άκρατη κομματικοποίηση στα πανεπιστήμια περιγράφει γλαφυρά η Σώτη Τριανταφύλλου
στο αυτοβιογραφικό της βιβλίο «Ο χρόνος πάλι»2.
Το ιστορικά
και συναισθηματικά φορτισμένο δίπολο «αριστερός-διανοούμενος», διευρυμένο σε
«αριστερός-διανοούμενος-καλλιτέχνης-προοδευτικός», έδωσε τη δυνατότητα σε
ιδεολογικά ακροβατούντες νέο-νεοαριστερούς, άσχετους με τη λαϊκότητα να
επικρατήσουν στο κοινωνικό γίγνεσθαι, ιδίως μέσω της TV και τελευταία μέσω των διαδικτυακών
μέσων κοινωνικής δικτύωσης, Αυτοί υποδόρια προώθησαν την αναζήτηση της
νοηματοδότησης του βίου, ακόμα και όταν αυτή δεν τίθεται ρητά, στο life style ως κατανάλωση, στον
εσωτερισμό του new age,
σε εγχειρίδια αυτοβοήθειας η ακόμη και στη θρησκεία (νέο-ορθοδοξία). Ο
νέο-νεοαριστερός διανοούμενος με τα σιδερωμένα πτυχία της αστικής κουλτούρας «επαγγέλλεται»
ένα αόριστο «νέο» και επείγεται για αλλαγές και μεταρρυθμίσεις υπέρ του λαού,
τις οποίες μόνον αυτός και οι συν αυτώ εκτιμούν ως αναγκαίες και επείγουσες.
«Με την έπαρση του μορφωμένου, αποφασίζει για τους λαϊκούς ανθρώπους, καθώς
θεωρεί πως οι ίδιοι δε μπορούν να διακρίνουν το καλό τους και πως είναι δική
του αποστολή να τους το αποδεικνύει» αναφέρει σχετικά ο Δ. Χαριτόπουλος ο
οποίος τους χαρακτηρίζει ως μεταλλαγμένους αριστερούς. Πίσω από αυτούς
στοιχίζεται ένας συρφετός μιμητών τους οποίους η λαική θυμοσοφία ονόμασε
κουλτουριάρηδες. Το 1999 τους αφιέρωσα, χρησιμοποιώντας ως επιγραμματικό λόγο
την ποιητική φόρμα, το κάτωθι: (σχετικά και στην ανάρτηση της 12/4/12 «Η ζωή εν
τάφω»)
Κουλτουριάρηδες
Γεύσεις
και μόδες του νου
συνεχές
κυνηγητό
για
ένα νόημα δοτό.
Με
το «δρώμενο» που θα συμβεί
νομίζουν
ότι συμμετέχουν στη ζωή.
Διακηρύξεις,
διαμαρτυρίες πάντα μπροστά
ποτέ
δε ρισκάρουν πραγματικά
Το κακό με όλους αυτούς είναι ότι
ακόμη και σήμερα πιστεύουν ότι ποτέ δεν έσφαλαν, για να επιβεβαιώσουν τη ρήση
του Κλάιστ «το πνεύμα δε μπορεί να σφάλει εκεί όπου απλούστατα δεν υπάρχει»
Άλλωστε και σήμερα αφελώς πιστεύοντας ότι οι ανάγκες ορίζονται εντός της
φεισμπουκικής επικράτειας, προβαίνουν σε οργιώδη παραγωγή σχολιαστικού πολτού,
τροφοδοτούμενοι άριστα από το εύπεπτο και προφανές του τηλεοπτικού τοπίου.
Σήμερα την
εποχή της κρίσης όλοι αυτοί οι νέο-νεοαριστεροί στις διάφορες εκφάνσεις τους
βρήκαν πολιτική στέγη στο ΣΥΡΙΖΑ, επενδύοντας στην «κίνηση του εκκρεμούς»
δηλαδή να ξαναφέρουν τα πράγματα στην εποχή της επικυριαρχίας τους3. Αυτός είναι και ο λόγος
που χαρακτηρίζω το σημερινό ΣΥΡΙΖΑ κόμμα της διαμαρτυρίας, κόμμα της συγκυρίας
ο οποίος για να διατηρήσει την εκλογική του δύναμη καταφεύγει στο λαϊκισμό. Ο
Τσβένταν Τοντόροφ στο βιβλίο του «Οι εσωτερικοί εχθροί της δημοκρατίας»
χαρακτηρίζει τον λαϊκισμό ως τον πιο επίκαιρο και γοργά εξελισσόμενο εχθρό της
δημοκρατίας αναφέροντας «η αυτονόμηση κάποιων από τα συστατικά στοιχεία
της(δημοκρατία), όπως ο λαός4
ή η ελευθερία, για παράδειγμα, και η τάση για την υπερβολή του, διαταράσσει την
ισορροπία των δικαιωμάτων, των υποχρεώσεων και των επιμέρους συμφερόντων και
δημιουργεί κινδύνους γι’ αυτήν».
Αριστεροί,
νεοαριστεροί και νέο-νεοαριστεροί, αντικατοπτρίζουν την εγχώρια πορεία ανάδυσης
και εκφυλισμού ελπιδοφόρων για την ανθρωπότητα ιδεών, της εποχής -ισμών που
διανύσαμε τα τελευταία 2000 χρόνια5,
οι οποίες ακόμα και εκπνέουσες σήμερα αποτελούν μέσο χειραγώγησης των λαών από
επιμέρους εξουσίες προς ίδιων όφελος. Το ελπιδοφόρο είναι ότι μέσα από αυτό το
συρφετό αριστερών στη χώρα μας, αναδύονται αυτοί που όχι μόνο ισχυρίζονται αλλά
και βιώνουν τον ισχυρισμό τους ότι είναι ΑΡΙΣΤΟΦΡΟΝΕΣ και όχι αριστεροί,
παραφράζοντες τη ρήση του Κ. Καβάφη6:
«Είμαι ελληνικός και όχι Έλληνας». Αριστερόφρων είναι ο δημοκρατικός πολίτης
που, με απαντοχή ή ακόμη και ως μαχόμενος πεσιμιστής, δρα φιλοσοφικά, συνεπώς.
Αποδέχεται δηλαδή ότι η φιλοσοφία διαθέτει και μία πολιτική πτυχή, εγγενώς
συνδεδεμένη με την επι-βίωση και δεν περιορίζεται στον επικουρικό της ρόλο κατά
τη νοηματοδότησή της. Αυτή η παραδοχή επιβάλλει την ταύτιση λόγων και έργων,
δηλαδή του οποιουδήποτε συνεπαγόμενου προσωπικού κόστους σε κοινωνικό όφελος7 και την αναζήτηση της
αλήθειας και της δικαιοσύνης μέσω της διερώτησης και του διαλόγου. Ο Θεοφάνης
Τάσης καθηγητής της σύγχρονης Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμια του Klagenfurt αναφέρει
σχετικά: «η φιλοσοφία ως τρόπος του βίου, συνεισφέρει στην καλλιέργεια και στην
εδραίωση ενός δημοκρατικού ήθους, ενδυναμώνοντας την εύρυθμη λειτουργία και τη
δημιουργικότητα της δημόσιας σφαίρας».
Αυτοί οι
αριστερόφρονες πολίτες (αναγραμματισμός οπλίτες), αντιλαμβάνονται ότι οι
αριστερές ιδεολογικές αντιλήψεις τους, πρέπει να αντικατοπτρίζονται στη ζωή
τους εν όλω, ελπίζοντας ότι δυνητικώς αυτό θα επηρεάσει τη μαζική κουλτούρα και
διαψεύδοντας μια ιστορική πραγματικότητα που διατυπώνεται με τη ρήση : «όλοι διασύρουν αυτό που έχουν ταχθεί να
υπηρετήσουν». Αυτοί οι αριστερόφρονες πολίτες συγκροτούν την ΣΥΝΤΕΧΝΙΑ ΤΟΥ
ΚΑΘΟΛΙΚΟΥ, δηλαδή τη συντεχνία η οποία έχει σκοπό, όπως έλεγε ο Μπουρντιέ «να
υπερασπίζεται τις καθολικότερες των καθολικών αξιών». Λίγονπριν το ξεκίνημα του νέου αιώνα (1999), όταν πλέον ήταν πασίδηλο ότι το ιδεολόγημα των «φαντασιακών αριστερών», σαν ένα είδος νεφελώματος, είχε σκεπάσει το ελληνικό Δημόσιο, εναγωνίως επι-σήμανα:
Αριστερά δεν είμαι εγώ κι εσύ
είναι η ίδια η ζωή,
άνθρωπος και φύση μαζί.
Ο άνθρωπος εν όλω
και όχι κομμάτι χωριστό
θυμικό, σαρκικό
ηθικό, βουλητικό.
Έργα κατά συνείδηση, η πρακτική
συνεχής ΣΥΝ-ΕΠΕΙΑ δηλαδή.
Επίλογος
Η αποδοχή του άλλου,
εξανθρωπίζει αμφότερους
Οι ειδήμονες
αναφέρουν ως αιτίες της σημερινής τρομοκρατίας, την έλλειψη εμπιστοσύνης στο
πολιτικό σύστημα (πολιτικοί, δημοσιογράφοι, δικαστές κλπ), τη διαφθορά και ως
κυριότερη την παλαιού τύπου διχαστική πολιτική αντιπαλότητα που έχει
αναπτυχθεί. Αυτή την αντιπαλότητα εμφανώς προωθεί ιδιαίτερα από τον περασμένο
Μάιο με κλιμάκωσή της τον τελευταίο μήνα. Αυτή φαίνεται να ενστερνίζεται το
«Ζαχαριαδικό» εσωκομματικό σύνδρομο «ήρωες ή χαφιέδες», όπως το ανέφερε σε
συνέντευξή της η σύζυγος του Μπελογιάννη, Έλλη Παππά, διευρυμένο πλέον σε όλη
την πολιτική σκηνή. Αυτή η επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να χαρακτηριστεί είτε ως
πολιτική ανωριμότητα-αφέλεια, που ανιστόρητα παραγνωρίζει, ότι τα πολιτικά
οράματα, όταν δε μπολιάζονται από τον πραγματισμό, καταλήγουν σε εφιάλτες, είτε
ως εγκληματική ενέργεια κατά της χώρας.
18 Σεπτεμβρίου 2013: Ο Παύλος Φύσσας
καλλιτέχνης της χιπ-χοπ μουσικής, δολοφονείται με μαχαίρι από τον Ρουπακιά,
στέλεχος της Χρυσής Αυγής. Το γεγονός μονοπωλεί τα ΜΜΕ τα οποία αναφέρονται
στον δολοφονημένο πάντα με το όνομά του.
Το γεγονός συντελεί σε μια ενωτική κοινή εμφάνιση των καλλιτεχνών της ελληνικής
χιπ-χοπ σκηνής, των οποίων οι σχέσεις «παραδοσιακά» είναι τεταμένες. Ο
δημοσιογράφος του Μέγκα Σταύρος Θεοδωράκης αφιερώνει στο γεγονός δύο
συνεχόμενες εκπομπές των «πρωταγωνιστών»
1 Νοεμβρίου 2013: Δύο νέοι 22 και 27
ετών δολοφονούνται, ένας τρίτος 29 ετών οδηγείται στο νοσοκομείο βαριά
τραυματισμένος και ένας τέταρτος τη γλιτώνει «παρα τρίχα» μετά από τρομοκρατική
επίθεση δύο εκτελεστών στα γραφεία της Χρυσής Αυγής στο Νέο Ηράκλειο Αττικής.
Με τον παραπάνω τρόπο γίνεται αναφορά στο γεγονός από τα μέσα μαζικής
ενημέρωσης. Δηλαδή δεν αναφέρονται στα θύματα με το όνομά τους όταν περιγράφουν
το γεγονός και στις ελάχιστες φορές που αναφέρονται ονομαστικά, μπερδεύουν
μικρά ονόματα και επίθετα. Παροιμιώδης είναι η μεγαθυμία της μητέρας του
29χρονου, που ενώ αυτός χαροπαλεύει, εμφανίζεται στα ΜΜΕ για να ζητήσει από
τους Έλληνες να παραμείνουν ενωμένοι αυτές τις δύσκολες στιγμές. τέλος για πρώτη φορά είχαμε την ομόθυμη καταδίκη, χωρίς τους συνήθεις αστερίσκους, της τρομοκρατικής ενέργειας από όλα τα κόμματα.
Επειδή για την
ορθολογική σκέψη είναι απαραίτητο να ονοματίζεται οτιδήποτε για να υπάρξει και
να διατηρηθεί, αισθάνομαι την υποχρέωση εις μνήμην τους να αναφέρω τα ονόματά
τους, απευχόμενος να μη σχετικοποιείται στη χώρα μας να η αξία της ανθρώπινης
ζωής ανάλογα με τα ιδεολογικά πιστεύω του καθενός.
Μανώλης Καπελώνης 22 χρονών,
δολοφονημένος
Γιώργος Φουντούλης 27 χρονών, δολοφονημένος
και ο βαριά τραυματισμένος Αλέξανδρος
Γέροντας 29 χρονών που κατόρθωσε να επιβιώσει.
Σημειώσεις
1 Αρχές
του 2010 ο Στρος Καν πρότεινε στον νεοεκλεγέντα τότε πρωθυπουργό Γιώργο
Παπανδρέου, να προβεί σε απολύσεις 50.000 δημοσίων υπαλλήλων, κλείνοντας
εκατοντάδες άχρηστους ή υπολειτουργούντες οργανισμούς του δημοσίου, δίνοντας
έτσι το μήνυμα ανασυγκρότησης του πτωχευμένου Δημόσιου τομέα στις κεφαλαιαγορές,
ώστε αυτές να συνεχίσουν να μας δανείζουν. Ήταν ένα σχέδιο διάσωσης που
προέβλεπε βαριές μεταρρυθμίσεις και ελαφριά λιτότητα για τους πολίτες. Η
πρόταση απορρίφθηκε από την πλειοψηφία των βουλευτών του ΠΑΣΟΚ και προκάλεσε τη
λυσσαλέα αντίδραση των συντεχνιών του δημοσίου, οι οποίες ευθέως τον απείλησαν
με ανατροπή. Η συνέχεια γνωστή, μνημόνια, τρόικα και τις συντεχνίες να
ανθίστανται στην εξυγίανση του Δημοσίου, έστω και αποδυναμωμένες. Απόδειξη
ακόμη και σήμερα να διαπιστώνουμε συρρίκνωση του δημόσιου τομέα στα επίπεδα του
2005, με ατιμώρητους τους «επίορκους» και ανεφάρμοστο το «ενιαίο μισθολόγιο»,
όταν ο ιδιωτικός τομέας έχει κατρακυλήσει στα επίπεδα του 1999, με παράλληλη
εκτόξευση της ανεργίας. Το μεγαλύτερο μέρος των πολιτικών να μένει ακόμα
εγκλωβισμένο στην πελατειακή νοοτροπία. Απόδειξη η φορολογική ασυλία που παρέχεται
στους αγρότες, το εισόδημα των οποίων παρέμεινε σχεδόν αλώβητο από την κρίση.
Αποθρασυνόμενοι δε, είναι αυτοί που κρύβονται πίσω από τις συνεχείς
διαμαρτυρίες πολιτικάντηδων για την εξίσωση του ειδικού φόρου πετρελαίου
θέρμανσης-κίνησης. (σχετικά στην ανάρτηση «Εν θερμώ» της 31/8/13) Αρχές του
2010, ήταν που άρχισε και η εσωκομματική αποδυνάμωση του Γ. Παπανδρέου, με
προεξάρχοντα τον Ευάγγελο Βενιζέλο, η οποία οδήγησε τελικά στην παραίτηση του
στα τέλη του 2011, με αφορμή την πρότασή του για δημοψήφισμα, και το ΠΑΣΟΚ στο
12,3% στις εκλογές της 17/6/2012 και σήμερα δημοσκοπικά στο 5%. Η παραίτηση του
Γ. Παπανδρέου αποτελούσε τη στρατηγική του κίνηση για την προώθηση του
ελληνικού ιστορικού συμβιβασμού, δηλαδή της συγκυβέρνησης ΠΑΣΟΚ-ΝΔ για τη
σωτηρία της χώρας. Με την κίνηση αυτή επίσης κατάφερε να προσάψει στον Αντώνη
Σαμαρά το χαρακτηρισμό «κωλοτούμπας», λόγω της εγκατάλειψης από μέρους του της
αντιμνημονιακής πολιτικής και να τον οδηγήσει στο πάνθεον των παραμυθάδων με τη
την τριλογία του «Ζάππειο 1-Ζάππειο 2-Ζάππειο 3». Η προβληματική πολιτική
κατάσταση που ακολούθησε, οδήγησε και στην ανάδειξη της Χρυσής Αυγής σε τρίτο
κόμμα, ανάγκασε δε την Καγκελάριο Μέρκελ το καλοκαίρι του 2012 να παραδεχθεί με
δήλωσή της ότι: «Θα έπρεπε να είχε γίνει το δημοψήφισμα που πρότεινε ο Γ.
Παπανδρέου, διότι αυτό θα είχε οδηγήσει σε ομαλότερες πολιτικές και οικονομικές
εξελίξεις». Τέλος θέλω να επισημάνω ότι τα λαϊκά στρώματα προς τιμή τους, έστω
και ασύνειδα, προσδοκούσαν αλλαγή στην υπάρχουσα διεφθαρμένη κατάσταση γεγονός
που επιβεβαιώνεται από τα γεγονότα αυτής της περιόδου. Αν κανείς απαριθμούσε το
Γενάρη του 2010, τα μετρά που πήραν οι διαδοχικές κυβερνήσεις μετά την υπαγωγή
μας στο λεγόμενο «μηχανισμό στήριξης», θα ήταν αδύνατο να προβλέψει πως μια
τέτοια επίθεση στα λαϊκά εισοδήματα θα προσπερνούσε τελικά, έστω και με φθορές,
τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Οι «αντιμνημονιακοί» ερμηνεύουν αυτό το γεγονός ως το
αποτέλεσμα της κρατικής καταστολής και της κυβερνητικής προπαγάνδας, με
αποτέλεσμα να καθυστερεί μια πορεία αυτογνωσίας, η οποία θα μας φέρει τελικά
αντιμέτωπους με τα όρια και τις αδυναμίες μας. Είναι αδύνατον να θέσει κανείς
αυτό το ζήτημα χωρίς να παραδεχθεί πως για να είναι οι πολίτες ελεύθεροι, θα
πρέπει να είναι και υπόλογοι. Το να παραδεχτούν δηλαδή οι πολίτες ότι ευθύνονται
είναι ο μόνος τρόπος για να υποστηρίξουμε στα σοβαρά πως ίσως έχουμε σε κάποιο
βαθμό το μέλλον στα χέρια μας. Η αθωότητα του λαού είναι κατασκεύασμα του
λαϊκισμού. Η αθωότητα του λαού προετοιμάζει απλώς την παράδοση στα χέρια στου
επόμενου επιτήδειου. Αυτός θα φροντίζει να συνεχίζουν μια ζωή που την
ονοματίζει ρεαλιστική, χωρίς δηλαδή να βασίζεται σε κάποιες σταθερές αρχές και
πεποιθήσεις. Γιατί οι άνθρωποι έχουν αποδείξει ότι μπορούν να συνεχίσουν να
εξασφαλίζουν τη ζωή τους και να πνίγουν την μελαγχολία τους στη μικροδιασκέδαση
που αφειδώς θα φροντίσει να τους
παρέχει.
2
Ξυπνούσα νωρίς. Πάντα είχα λόγους να ξυπνάω νωρίς. Κάθε μέρα επαναλάμβανα στον
εαυτό μου: Πρέπει να σπουδάσω, πρέπει να προχωρήσω. Σπατάλησα τέσσερα-σχεδόν
πέντε χρόνια στη Φυσικομαθηματική της Αθήνας, ανάμεσα σε αριστερούς και δεξιούς
ζήλωτες μαθήματα δεν γίνονταν. Τα εργαστήρια αναβάλλονταν για την άλλη βδομάδα.
Γίνονταν συνεντεύξεις, πολιτικές εκδηλώσεις, παρατεταμένες αδιέξοδες
συζητήσεις, όπου, συχνά, η βία που υπέβοσκε ξεσπούσε με τρόπους αναπάντεχους.
Ένιωθα ότι ζούσα σε μια μικρογραφία ολοκληρωτικού καθεστώτος σε συνθήκες
σοσιαλφασιμού, μαζικής τρομοκρατίας, έβλεπα τον εαυτό μου σαν τον Ιβάν
Ντενίσοβιτς…Αριθμός μητρώου κρατουμένου: ΠΙ-854. Οι κοννουνιστές-κινεζόφιλοι,
σοβιετόφιλοι, ρουμανόφιλοι, τροτσκιστές μου φαίνονταν εν δυνάμει πολιτικοί
εγκληματίες, ήταν πρόθυμοι να χρησιμοποιήσουν εναντίον των τυράννων τα μέσα των
τυράννων. Οι περισσότεροι έκαναν λόγο για «κομματικά καθήκοντα», για
«κουμπούρια», για τη «δικτατορία», που θα εγκαθιστούσε πρωλεταριάτο. Τόνιζαν επιδεικτικά
το «χ». Χρησιμοποιούσαν απειλητικές λαικές εκφράσεις: «έχω ράμματα για
τη γούνα σου», «πίσω έχει η αχλάδα την ουρά», «φωτιά και τσεκούρι».
3
Όταν η αξιωματική αντιπολίτευση επενδύει, για άγρα ψήφων από παντού σε μια
πολιτική που ενώ παρουσιάζεται ως επ-αναστατική, είναι επ-αναπαυτική αφού υπόσχεται την επαναφορά των πραγμάτων ως είχαν,
τότε το αίτημα για ψυχική ενότητα των Ελλήνων, ως το αναγκαίο μέσον υπέρβασης
της κρίσης, καρκινοβατεί. Το αίτημα για ψυχική ενότητα δεν υποδηλώνει στατική
ταύτιση, αλλά δυναμική συνύπαρξη με έναν κοινό ελάχιστο παρονομαστή, μια
αίσθηση κοινού σκοπού ο οποίος δε μπορεί να είναι άλλος από την αλλαγή
νοοτροπίας. Απόδειξη το φαντασιακό του Έλληνα που ακόμη και σήμερα είναι
αποικιοποιημένο από το παραγωγικό
μοντέλο που μας οδήγησε εδώ. Εννιά στις δέκα νέες επιχειρήσεις ανήκουν στην ΦΡΑΠΕΚΟΝΟΜΙΚΣ
δηλαδή αφορούν επιχειρήσεις καφέ, φαγητού, ρούχων. Ουρές οι άνεργοι για
πρόσληψη σε σχετικά προγράμματα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης ενώ απορρίπτουν με
ευκολία θέσεις εργασίας στον αγροτικό τομέα. Αυτή έλλειψη ενότητας είναι που συντηρεί και την
εθνική μας κατάθλιψη, διότι είναι γνωστό ότι η αδυναμία αναδημιουργίας του
μέλλοντος είναι αυτή που πυροδοτεί την κατάθλιψη. Και το χειρότερο είναι η
έλλειψη ενότητας που διακατέχει την ελληνική αριστερά η οποία θα αποτελούσε την
ελπίδα αλλαγής προς όφελος των πολλών, αν δεν είχε παράδοση κατακερματισμών,
πολυδιασπάσεων και χαοτικής κατάστασης. Ο δημοσιογράφος Γ. Μακρυγιάννης ανέφερε
σχετικά: «Γκρουπούσκουλα με …πεφωτισμένους ηγέτες ομάδες που κατέχουν την
αιώνια αλήθεια και σέχτες τυφλά αφοσιωμένες να υπηρετούν την επανάσταση, όλες
με …ακλώνητη ιδεολογική καθαρότητα, ταλαιπωρούν και ταλαιπωρούνται επι
δεκαετίες στο πολιτικό και κοινωνικό σκηνικό. Με την παραμικρή ιδεολογική
διαφωνία και πολιτική διαφορά προέκυπτε και μια διάσπαση. Αποτέλεσμα αυτού ήταν
μόνο στο ΣΥΡΙΖΑ, που δημιουργήθηκε μετά κόπων και βασάνων το 2003 να
συμμετέχουν ούτε λίγο ούτε πολύ 12 κινήσεις, οι επονομαζόμενες Συνιστώσες. Η
κατάσταση δηλαδή έφτανε στα όρια της σχιζοφρένειας και δεν αποτελούσε μια απλή
και αθώα εφαρμογής του δικαιώματος στη διαφορετικότητα». Μια κατάσταση η οποία
δεν έχει αντιμετωπιστεί λυσιτελώς με το πρόσφατο Ιδρυτικό Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ
ως ενιαίο πλέον κόμμα.
4 Εκ
του λαού εκπορεύεται η λαϊκή θέληση η οποία στις δημοκρατίες πρέπει να
διαμορφώνεται μέσω του τριπόλου θέμα/γεγονός-λόγος-σημασία, σε θέληση πολιτών
και τελικά σε πολιτική πράξη. Η λαϊκή θέληση όταν κατευθύνεται να διαμορφωθεί
στο δίπολο θέμα/γεγονός-θυμικό, προωθείται προς χρήση από τους χειραγωγούς, ως λαϊκή
επιταγή, η οποία δυνητικώς μπορεί να υπερβαίνει και τις δημοκρατικές θεσπίσεις
για να γίνει πράξη. Η επανάσταση των ΜΜΕ ανέδειξε μια άλλη διάσταση του λαού,
αυτή του κοινού, δηλαδή των αποδεκτών της είδησης οι οποίοι εκφράζουν την κοινή
γνώμη. Η κοινή γνώμη διαμορφώνεται από έναν καταιγισμό ειδήσεων ο οποίος
αποδυναμώνει αν δεν καταργεί τη σημασία της είδησης. Η κοινή γνώμη πριν από οτιδήποτε, απαρτίζει
το πελατειακό ακροατήριο όλων των μηχανισμών παραγωγής πολιτικής,
δημοσιογραφίας, τεχνών, διασκέδασης κ.α. Αυτό οδήγησε τον Μαρτσέλο Βάλτερ
Μπρούνο στην εύστοχη δημιουργία του νεολογισμού «προμοκρατία» για να περιγράψει
τη σημερινή δημοκρατία (προέρχεται από τις λέξεις «promotion», που αφορά τον τρόπο προώθησης ενός προιόντος και
«κράτος», όπου έχει καθαρά τη σημασία της εξουσίας) διότι οι εκλογικές τεχνικές
των σύγχρονων πολιτικών κομμάτων μιμούνται εκείνες των εμπορικών. Αποτέλεσμα η
κοινή γνώμη, αυτό το «φιλοθεάμον κοινό» να επιμερίζεται σε διάφορα τάργκετ
γκρουπ σαν τους καταναλωτές. Ως εκ τούτου όλο αυτό το σύστημα παραγωγής
ειδήσεων, θεωρεί απαράβατο καθήκον και υποχρέωσή του την αθώωση του
κοινού/«λαού» σύμφωνα με το δόγμα «ο πελάτης έχει πάντα δίκιο». Σήμερα
κυριολεκτικά φλυαρούμε για την ηθική αποσύνθεση του κοινοβουλευτικού σκηνικού,
μιας και αναζητούμε τις ευθύνες οπουδήποτε αλλού εκτός από την ομολογουμένως
αλαλάζουσα πνευματική οκνηρία των ψηφοφόρων/λαού οι οποίοι συνυπογράφουν για
την είσοδο στη Βουλή ναζιστών, εργατοπατέρων, ηθοποιών και διάφορων φερεφώνων ή
απέχουν των εκλογών. Ποτέ κανείς δεν ψέλλισε την υποψία ότι ο
λαός-κοινό-πολιτικός πελάτης, με το να είναι αμετανόητα ενδοτικός σε μια κατ’
επανάληψη αποδεδειγμένη αναξιοπιστία του πολιτικού συστήματος, καταντάει και ο
ίδιος αναξιόπιστος. Αντ’ αυτού προβάλλουν μετ’ επιτάσεως το «αλάθητο κριτήριο
του λαού» παρ’ ότι ο καθένας μας εξ ιδίας πείρας γνωρίζει ότι η κοινή γνώμη
είναι ο τόπος όπου η αλήθεια εξατμίζεται.
5
Σχετικά στην ανάρτηση της 18/1/13 «Στοχαζόμενος την αστερόσκονη»
6
Το τρέχον έτος είναι αφιερωμένο στον ποιητή Κ. Καβάφη, τιμώντας τα 150 χρόνια
από τη γέννησή του και τα 80 χρόνια από το θάνατο του.
7
Το αντίθετο συμβαίνει με τις πρακτικές των συνεχειών. Π.χ η τελευταία συντεχνία
των «δεν πληρώνω» που μετατρέπει με τον πλέον εμφανή και άμεσο τρόπο το
προσωπικό όφελος σε κοινωνικό κόστος. Τέλος δε μπορώ να μην αναφέρω ότι την
εποχή της παντοδυναμίας των συντεχνιών του Δημοσίου, οποιαδήποτε καταγγελία εις
βάρους μέλους των για παραβατική συμπεριφορά, τελικά κατέληγε να επιβραβεύει
τον καταγγελλόμενο να χαρακτηρίζει τον καταγγέλλοντα περίπου ως «εχθρός του
λαού».
Seedrinker